Σάββατο, 24 Σεπτεμβρίου 2011

Μικρή ανθολογία ποίησης των δικών μου "καταραμένων"


«ΠΟΙΗΤΕΣ»

στον Κώστα Καρυωτάκη

Ω, δε χωρεί αμφισβήτηση, ποιητές
είμαστε εμείς με κυματίζουσα την κόμη
--έμβλημα αρχαίο καλλιτεχνών--και χτυπητές
μάθαμε φράσεις ν’ αραδιάζουμε κι ακόμη

μια ευαισθησία μας συνοδεύει υστερική,
που μας πικραίνει ένα χλωμό, σβησμένο  φύλλο,
μακριά ένα σύννεφο μαβί.  Χιμαιρική
τη ζωή μας λέμε και δεν έχουμε ένα φίλο.

Μένουμε πάντα σιωπηλοί και μοναχοί,
όμως περήφανα στα βάθη μας κρατούμε
το μυστικό μας θησαυρό, κι όταν ηχεί
η βραδινή καμπάνα ανήσυχα σκιρτούμε.

Θεωρούμε ανίδεους, ανάξιους κι ευτελείς
γύρω μας όλους, κι απαξιούμε μια ματιά μας
σ’ αυτούς να ρίξουμε, κι η νέα σελίς
το θρήνο δέχεται του ανούσιου έρωτα μας.

Για μας ο κόσμος όλος μόνο είμαστε ‘μείς
και τυλιγόμαστε, μανδύα μας, ένα τοίχο.
Μ’ έπαρση εκφράζουμε τα πάθη της στιγμής
σ΄ έναν—με δίχώς χασμωδίες—μουσικό στίχο.

Γύρω μας κι άλλοι κι αν πονούν κι αν δυστυχούν,
κι  αν τους λυγίζει, αν τους φλογίζει η αδικία—
ω, τέτοια θέματα πεζά ν’ ανησυχούν
τους αστρικούς μας στοχασμούς, είναι βλακεία.
Γ. Ρίτσος




Μπουσουλάει η γενιά μου με τους ναρκωτικούς
επιδέσμους στο υπερκόσμιο τούνελ,
λυγίζει η σιδερένια της θέληση…
μουχλιάζουν οι ποιητές στα καλάθια αχρήστων.
Γενιά μου ανάπηρη κοίτα σε μένα
την κατάντια σου σα σε καθρέφτη και
χειρονόμα όπως εγώ, με δίχως χέρια
δίχως ελπίδα δίχως αύριο.
Λευτέρης Πούλιος (1944)



Μας έλεγαν θα νικήσετε όταν υποταχτείτε.
Υποταχτήκαμε και βρήκαμε τη στάχτη.
Μας έλεγαν θα νικήσετε όταν αγαπήσετε.
Αγαπήσαμε και βρήκαμε τη στάχτη.
Μας έλεγαν θα νικήσετε όταν εγκαταλείψετε τη ζωή σας.
Εγκαταλείψαμε τη ζωή μας και βρήκαμε τη στάχτη…

Βρήκαμε τη στάχτη. Μένει να ξαναβρούμε τη ζωή μας ,
Τώρα που δεν έχουμε πια τίποτα…
Γ. Σεφέρης.



Ηρώδειο:
Η υγρή ψυχή των ψηφοφόρων
Ελαύνεται εις πάθος
Φταίνε οι τόνοι της «Ποιμενικής»
(για ό,τι γράφω—γράψε λάθος
αν λάβει γνώση ο ανακριτής)

Φτηνές εσθήτες, λιλιά λοφία,
χοντρές κυρίες που έχουν γνώμη,
στολές—γαλόνι.
Πρώτες σειρές—
Συγκαταφάσκουσα μπουρζουαζία.
“Αν είχα θάρρος κι ένα μπετόνι…
«Μα τι σας  φταίει η κοινωνία ; !»

Τα σπίρτα κρύβω—
πρέπει να στρίβω
με υποπτεύονται για  α  ν  α  ρ  χ  ί  α.
Κωνσταντίνος Σοφιανός 1945 (!!!)




Θα φύγω με τα πόδια στις Ινδίες
κι ίσως να πάω ακόμη πιο μακριά,
σ’ όσους ρωτάνε «που πηγαίνεις;» θ’ απαντάω:
«ψάχνω μια κόλαση μα σάρκα και οστά».

«εδώ δεν έχει πια που να πατήσεις»
παντού μερμήγκια, σαύρες και σκορπιοί,
στη θάλασσα παραμονεύουνε κονσέρβες
κι οι τροχονόμοι γίναν δύτες  κι ηθοποιοί.

Μετά το ματς γυρνούν όλοι στο σπίτι τους και τρώνε,
Κοιτάζουν στην τηλεόραση τον πόλεμο μακριά,
Οι γλάστρες τους μαραίνονται καθώς  αυτοί κοιμώνται,
Μες στο ψυγείο κάθεται ο διάολος και γελά.

Φυτρώσανε στους τάφους ναύλoν άνθη
κι οι αστυνόμοι δέρνουν τον κρατούμενο λυτό,
όλα επιτρέπονται—ακόμη και τα άγχη
μπροστά στο μνήμα του Λευτέρη δάκρυα από μπετόν.

Απ’ ώρα σε ώρα θα συλλάβουνε κι εμένα,
ίσως γιατί θα ξέχασα να βάλω το μπριλκρήμ,
μπροστά στη λάμπα αν με ρωτήσουνε «ποιος είσαι;»
θα πω πως είμαι το πανίσχυρο το Βιμ.

Κι έτσι θα φύγω με τα πόδια στις Ινδίες
κι ίσως να πάω ακόμη πιο μακριά,
σ’ όσους ρωτάνε «που πηγαίνεις;» θ’ απαντάω:
«ψάχνω μια κόλαση με σάρκα και οστά».
Χρήστος Ν. Βαλαβανίδης 1944 (!!!!!!)


ΠΡΕΒΕΖΑ

Θάνατος είναι οι κάργες που χτυπιούνται
στους μαύρους τοίχους και τα κεραμιδιά,
θάνατος οι γυναίκες που αγαπιούνται
καθώς καθαρίζουνε κρεμμύδια.

Θάνατος οι λεροί ασήμαντοι δρόμοι
με τα λαμπρά μεγάλα ονόματα τους,
ο ελαιώνας, γύρω η θάλασσα, κι ακόμη
ο ήλιος θάνατος μες τους θανάτους.

Θάνατος ο αστυνόμος που διπλώνει,
για να ζυγίσει μια «ελλιπή» μερίδα,
θάνατος τα ζουμπούλια στο μπαλκόνι
κι ο δάσκαλος με την εφημερίδα.

Βάσις, Φρουρά, Εξηκονταρχία Πρεβέζης,
Την Κυριακή θ’ ακούσουμε τη μπάντα.
Επήρα ένα βιβλιάριο τραπέζης,
Πρώτη κατάθεσις δραχμαί τριάντα.

Περπατώντας αργά στην προκυμαία,
«υπάρχω» λες κι ύστερα «δεν υπάρχεις!»
φτάνει το πλοίο. Υψωμένη σημαία.
Ίσως έρχεται ο κύριος Νομάρχης.

“Αν τουλάχιστον, μες τους ανθρώπους
αυτούς, ένας επέθαινε από αηδία…
σιωπηλοί, θλιμμένοι, με σεμνούς τρόπους,
θα διασκεδάζαμε όλοι στην κηδεία.
Κώστας Καρυωτάκης



ΒΑΡΚΑΡΟΛΑ

Κυριακή. Σ’ ένα βαπόρι
Στριμωχτήκαν μπουρζουάδες.
Ξεφωνίζει κάθε αγόρι,
Ξεμυξίζουν οι μαμάδες.

Τα σκυλιά δε λογαριάζουν
Ο Σηκουάνας που ‘χει πνίξει,
Δε φοβούνται, διασκεδάζουν
Την ευγενική τους πλήξη.

«Ω, τι ζέστη, θεέ μου, βράζει!»
βεβαιώνουν οι κυρίες
κι επιπόλαιες και γελοίες,

ξεκουμπώνοντας με νάζι
τα χυδαία ντεκολτέ τους
διευκολύνουν τους εμετούς.
Laurent Tailhade σε μετάφραση Καρυωτάκη



Ώρε φιλάρα!
Στο τηλέφωνο δε λέγονται…
Άμα κατέβεις από δω
θα σου δείξω κάτι μεγάλα φτερά που μου φυτρώσανε
θα σου δείξω
πόσο ανάλαφρα πέταγα
πηγαίνοντας στην απαγορευμένη συγκέντρωση
γιατί σφύριζε στο χέρι μου
μια βαριά αλυσίδα
Κατερίνα Γώγου



Ο ΤΡΟΠΟΣ ΜΕ ΤΟΝ ΟΠΟΙΟ ΘΑ ΣΥΜΒΕΙ
ΜΕΣΑ ΣΕ ΜΙΑ ΚΟΝΣΕΡΒΑ ΡΟΔΑΚΙΝΑ

Να πεθάνεις με τις μπότες,
Καθώς γράφεις ποιήματα,
Δεν είναι τόσο ένδοξο,
Όσο να τρέχεις καβάλα σε άλογο
Στους δρόμους του Μπρόντγουευ,
Με έναν δυναμίτη στο στόμα.
Όμως τίποτε από τα δύο δεν προσθέτει
Στο άθροισμα των πλανητών.

Το άλογο ήταν σκούρο,
Το όνομα:
Σάντσεθ ή Καντίνσκι,
Η θερμοκρασία 30 υπό σκιά
Και τα παιδιά επέμεναν να τσιρίζουν:
Γουρούνι, γουρούνι,
Κουραστήκαμε,
Πέτα μας στην κόλαση.
Charles Bukowski.




Τι χάνω εγώ τις μέρες μου
τη μια κοντά στην άλλη,
κι όπως μου ασπρίζουν τα μαλλιά
ξινίζει το κρασί,
αφού μονάχα όταν περνώ
το βλέμμα από το κρουστάλλι,
με νέα ρετσίνα ολόγεμο,
βλέπω τη ζωή χρυσή;
Κ.Καρυωτάκης



Όλα τα ποιήματα αυτής της "άτυπης" ανθολογίας (εκτός από αυτά της Γώγου και του Μπουκόφσκι), περιέχονται στο "Κώστας Καρυωτάκης - Ποιήματα και Πεζά" που επιμελήθηκε ο Γ.Σαββίδης 1η έκδοση 1972 ΕΚΔΟΤΙΚΗ ΕΡΜΗΣ και έπειτα το 1993 από τις εκδόσεις "ΕΣΤΙΑ".
Το μουσικά κομμάτια που ακολουθούν, είναι
1. η μελοποίηση του "Βαρκαρόλα" από τους "Ωχρά Σπειροχαίτη"
2. Η Πρέβεζα του Καρυωτάκη από τον Θανάση Γκαϊφύλλια και μουσική του Γιάννη Γλέζου 

Δεν υπάρχουν σχόλια: