Τρίτη, 18 Ιουλίου 2017

Νικήτας Ράντος - Στρογγυλή συμφωνία


Γυρίζει γυρίζει φριχτά
ο στρογγυλός ο δρόμος
γυρίζουν γυρίζουν φριχτά
στο στρογγυλό το δρόμο
χιλίων ειδών ανθρώποι
μηχανές ποικίλων μορφών
γυρίζουν γυρίζουν σιγά
οι κουτσοί οι τυφλοί και οι γέροι
το δίτροχο με το μισόνεκρο μουλάρι
το τραμ τρία που σταθμεύει εκεί κοντά
το κίτρινο τραμ ανάμνηση βελγικής εταιρίας
γυρίζει γυρίζει σιγά
η κοκότα που κάνει τροτουάρ
και ο ομοφυλόφιλος νέος
και πίσω από το νέο
απόστρατος ανθυπολοχαγός
ήρωας σε δυο νικηφόρους πολέμους
και πρώην μπράβος στη Σμύρμη μέσα
γυρίζει σιγά σιγά
το παιδί που δεν αγαπάει το σχολειό
κι ο άνεργος που από κάπου περιμένει δουλειά
πλήθος κόσμου γυρίζει συχνά
τα πρωινά στην πλατεία της Ομόνοιας
πλήθος πραγμάτων γυρίζουν σιγά
ολημερίς στην κεντρική την πλατεία
χαντάκια μικρά κάθε είδους
κουρελάκια που άλλοτε ίσως νάταν ωραία
κι η σκόνη κι αυτή γυρίζει σιγά
κι η πλάκα του φωνογράφου
σιγά γυρίζει ένα παλιό ταγκό
πάμπολλες σκέψεις γυρίζουν
γύρω – γύρω στην πλατεία της Ομόνοιας
συναντιούνται καμιά φορά
στον κυκλοτερό τους δρόμο
πριν χαθούν σε μια πάροδο
μαζί ή χωριστά
πριν χαθούν μεσ’ τη γη-
της γης οι δρόμοι
που ενώνουν την Αθήνα με τον Πειραιά
σε μερικούς δίνουν τη θάλασσα
-ποιος θα ποτέ γιατί τη θέλουν-
σ’ άλλους χρήματα έρωτα
στην πλατεία της Ομόνοιας δίνουν ζωή
βγαίνει ξετρυπάει με πόνο το πλήθος
έτοιμο να γυρίσει σα μπάλα
-ποιος δρόμος είναι τάχα ο τυχερός αριθμός;
φωνάζει ο λούστρος το λαχείο του στόλου
γυρίζει με βία τη μεγάλη πλατεία
ανδρείκελα σε πλάκα φωνογράφου
που κραυγάζει Εστία και Έθνος
την αξία γραβάτας που πουλούν σε τιμή ανεργίας
μυτερή η βελόνα που βγάζει τους ήχους
μ’ ελατήριο το χρήμα
και γυρίζει η πλατεία
ενώ οι δύστυχοι άνθρωποι προσπαθούν να μην κινηθούν
τι τους σπρώχνει κει κάτω στη γη
μακριά από κάθε αέρα
ποιες ελπίδες ή ποια φριχτήν αιτία
να μπορούσε να σταθεί όλος ο κόσμος
που περνάει τα βράδυα από την Ομόνοια
να κάτσει για μια στιγμή
και να δώσει ζωή στις πέτρες
και να πουν μεταξύ τους οι άνθρωποι
δυο λόγια απλά
σαν άνθρωποι
και τα φώτα που ξελαρυγγώνουν πλούσιες ιδιότητες
να πνιγούν με καρδιές-
να σταματήσουν για μια στιγμή τα λεωφορεία
να ξεκουραστούν και τα κακόμοιρα ταξί
και η άσφαλτος για λίγο να πάψει να υποφέρει
ας ησυχάσει η πλατεία από τους κόπους των κορμιών
και η Εστία ας μη βγει για μια μέρα
ας έρθει η σειρά των φτωχών να γυρίσουν λεύτερα
αδιάφορο αν ίσια ή κυκλοτερά
γύρω στην πλατεία της Ομόνοιας
ας γυρίσουν σε κύκλους πελώριους
σε σφαίρες ασάλευτες και ξένες-
και ο φωνόγραφος ας μην παίξει ένα παλιό τανγκό
τι ωραία που θα ‘ναι τότε η πλατεία
που θα φορούν οι άνθρωποι
και δέντρα τα λεωφορεία
πώς θα γλυκομιλούν λέγοντας
όσα όταν περνούσαν βιαστικά
σκοντάφτοντας ο ένας στον άλλον
ποτέ δεν είχανε σκεφτεί
θα περπατούν οι λέξεις
θα φτιάχνουν………..
τι δε θα φτιάχνουν….
………στη γενική ανθρώπινη αρμονία
Αλλά πού!
ποιος σήμερα ταράζει τους κύκλους
που μας ταράζουν όλους εμάς
δεκάρες πεντάρες και λίρες χρυσές
κινούν την Ομόνοια γύρω σε άξονα
γυρίζουν σα σβούρα κυκλικά σε πλατεία
εργάτες και πλούσιοι φτωχοί και φτωχοί
και στους διαβολικούς εκείνους γύρους
ο αγέρας σηκώνει φουστάνια
ανεμίζει χαρές και πόνους
όλη η Αθήνα βρίσκεται στην Ομόνοια μέσα
κι οι πιο κρυφοί πόθοι εκεί πέρα ζουν
εκεί αρχίζει ο έρωτας που πληρώνεται
εκεί οι διαδηλώσεις για πληρωμή
εκεί αρχίζουν οι ζάλες
που σε κάνουν όλα να τα δεις να γυρίζουν
αγαπώ τις πλατείες σαν την Ομόνοια γυμνές
αφήνουν να θωρήσεις την κάθε σκιά
που πετιέται στους δρόμους
και λιμνάζουν εκεί θολά νερά
κυκλοτερά
μες στα νερά καθρεφτίζονται σπίτια
της Ομόνοιας τ’ άσκημα σπίτια
δίπατα τρίπατα και πιο ψηλά ακόμα
περίεργα τα σπίτια της Ομόνοιας
δε μιλούν όπως άλλα κτίρια
αλλά ποιος ακούει τι λένε;
τα λυπάμαι πολύ
θα ‘ναι φριχτά ζαλισμένα
απ’ την πλάκα που γυρίζει όλη μέρα
και τα βράδυα δεν τ’ αφήνουν να κοιμηθούν
μαζί με τους δρόμους τ’ ανάβουν φριχτά
όπως η σαμπάνια χορεύτρες φτωχές
και γυρίζουν τότε κι αυτά μεθυσμένα
ολόκληρη η πλατεία πηδάει
στην παραζάλη κείνη.


Δείτε εδώ σχετικά για τον Νικήτα Ράντο


Δευτέρα, 10 Ιουλίου 2017

Το έγκλημα - Λειβαδίτης

Το έγκλημα

Μόλις είχε γεννηθεί κι οι γυναίκες, κλαίγοντας, κάτω στο
πλυσταριό, τούπλεναν κιόλας το πουκάμισο
για την ημέρα της δίκης

ο διακόπτης

Και το προαίσθημα δεν είναι παρά αυτό που έγινε κάπου
                μες στο σκοτάδι –
και περιμένει, για να σε συντρίψει, ν’ ανάψεις το φως.


Τάσος Λειβαδίτης, Ανακάλυψη, εκδόσεις κέδρος 1977