Σάββατο, 24 Σεπτεμβρίου 2011

Θέλω να κουβεντιάσω... Κατερίνα Γώγου






Θέλω να κουβεντιάσω σ' ένα καφενείο
που να 'χει πόρτα ανοιχτή
και να μην έχει θάλασσα
μονάχα άντρες άνεργους
σκόνη με ήλιο και σιωπή
να μπαίνει ο ήλιος στο κονιάκ
κι η σκόνη μαζί με τα τσιγάρα στα πλεμόνια μας
και ας μην πάρουμε και σήμερα βρε αδερφέ
προφύλαξη για την υγεία μας
κι ούτε να δίνεις συμβουλές
το πως το κατεβάζω έτσι
και πως σκορπιέμαι έτσι
και να αφήσεις ήσυχα στα μούτρα
τις μπογιές τις μύξες και τα κλάματα
να τρέξουνε.
Μονάχα να κοιτάζεις ήρεμα
τα νύχια τα μαλλιά μου και τα χρόνια
που 'ναι βρώμικα
και 'γω
να μη δίνω φράγκο για όλα αυτά.
Μόνο το κόμμα, το χριστουλάκο τους
γιατί δε φτιάχτηκε το κόμμα τόσα χρόνια
και 'συ να 'σαι φίλος. Φίλος-φίλος
έτσι όπως το λέει ο Καζαντζίδης
και το κονιάκ να 'ναι σκατά
και εργολάβος πουθενά δε φάνηκε
έχει δωμάτιο για παράνομους
πάνω απ' το καφενείο
θα σου τα ρίξω σε μια δόση
το συνηθίζω άμα μεθάω - έτσι για να σε λιανίσω -
να σε δω χωρίς βρακί να δούμε τι θα κάνεις
εσύ όμως λέει δεν θα 'σαι απ' αυτούς
θα σηκωθείς και θα χορέψεις παραγγελιά
...βεργούλες και με δείρανε...
και θα κρατάς στις χούφτες σου
μ' αγάπη και με προσοχή το μυαλό μου
είναι έτοιμο να διαλυθεί στα χίλια. Με πονάει.
Κι όταν
έρθουνε να σου πουν
εδώ δεν είναι
τόπος
και χρόνος
για τέτοια πράγματα
τράβηξε τη φαλτσέτα και θέρισε.
(Είχανε δίκιο οι Κοεμτζήδες.)




Επιτέλους - Μπουκόφσκι



Κάθομαι εδώ
μέσα στη μαύρη νύχτα
καθώς καταφθάνει ένα ακόμα ποίημα
και λέει: περίμενε, στάσου,
δες με να κόβω βόλτες όλο καμάρι
πάνω στη σελίδα γράμμα γράμμα
σαν τις γάτες σου
πάνω στο καπό του αυτοκινήτου σου.
δες με, να ‘μαι πάλι
στο δρόμο για το Μέξικο και Ιάβα
ή μέσα στο στομάχι σου.
περίμενε λίγο ακόμα
γι’ αυτό υπάρχουν κάτι τέτοιες νύχτες
για μένα
για να σε ελέγχω
να σε κρατάω αιχμάλωτο
εκεί μπροστά
εκεί στην οθόνη που αστραποβολά.
Θα κάνεις ό,τι θέλω εγώ
γιατί εγώ σε γράφω
όχι εσύ εμένα.
πάντα έτσι ήταν.
πάντα έτσι θα ‘ναι.
είμαι το τελευταίο ποίημα της νύχτας
κι ύστερα
όταν θα κοιμάσαι στο διπλανό δωμάτιο
μες το σκοτάδι
θα με ξεχάσεις
θα ξεχάσεις τα πάντα.
εσύ με το ηλίθιο στόμα σου ανοιχτό
θα ροχαλίζεις
θα κοιμάσαι βαριά
κι εγώ θα είμαι εκεί
θα περιμένω, αθάνατο
κι όταν πεθάνεις
και κοκκινίσει ο μαύρος ουρανός
για χάρη σου
-μια τελευταία φορά-
τα ηλίθια κόκαλά σου
δεν θα ‘ναι πια
παρά μονάχα σκόνη
ενώ εγώ θα συνεχίσω να ζω.



μετάφραση: Σώτη Τριανταφύλλου
ποιητική συλλογή: Να περιφέρεσαι στην τρέλα
εκδόσεις: Ηλέκτρα


Μικρή ανθολογία ποίησης των δικών μου "καταραμένων"


«ΠΟΙΗΤΕΣ»

στον Κώστα Καρυωτάκη

Ω, δε χωρεί αμφισβήτηση, ποιητές
είμαστε εμείς με κυματίζουσα την κόμη
--έμβλημα αρχαίο καλλιτεχνών--και χτυπητές
μάθαμε φράσεις ν’ αραδιάζουμε κι ακόμη

μια ευαισθησία μας συνοδεύει υστερική,
που μας πικραίνει ένα χλωμό, σβησμένο  φύλλο,
μακριά ένα σύννεφο μαβί.  Χιμαιρική
τη ζωή μας λέμε και δεν έχουμε ένα φίλο.

Μένουμε πάντα σιωπηλοί και μοναχοί,
όμως περήφανα στα βάθη μας κρατούμε
το μυστικό μας θησαυρό, κι όταν ηχεί
η βραδινή καμπάνα ανήσυχα σκιρτούμε.

Θεωρούμε ανίδεους, ανάξιους κι ευτελείς
γύρω μας όλους, κι απαξιούμε μια ματιά μας
σ’ αυτούς να ρίξουμε, κι η νέα σελίς
το θρήνο δέχεται του ανούσιου έρωτα μας.

Για μας ο κόσμος όλος μόνο είμαστε ‘μείς
και τυλιγόμαστε, μανδύα μας, ένα τοίχο.
Μ’ έπαρση εκφράζουμε τα πάθη της στιγμής
σ΄ έναν—με δίχώς χασμωδίες—μουσικό στίχο.

Γύρω μας κι άλλοι κι αν πονούν κι αν δυστυχούν,
κι  αν τους λυγίζει, αν τους φλογίζει η αδικία—
ω, τέτοια θέματα πεζά ν’ ανησυχούν
τους αστρικούς μας στοχασμούς, είναι βλακεία.
Γ. Ρίτσος




Μπουσουλάει η γενιά μου με τους ναρκωτικούς
επιδέσμους στο υπερκόσμιο τούνελ,
λυγίζει η σιδερένια της θέληση…
μουχλιάζουν οι ποιητές στα καλάθια αχρήστων.
Γενιά μου ανάπηρη κοίτα σε μένα
την κατάντια σου σα σε καθρέφτη και
χειρονόμα όπως εγώ, με δίχως χέρια
δίχως ελπίδα δίχως αύριο.
Λευτέρης Πούλιος (1944)



Μας έλεγαν θα νικήσετε όταν υποταχτείτε.
Υποταχτήκαμε και βρήκαμε τη στάχτη.
Μας έλεγαν θα νικήσετε όταν αγαπήσετε.
Αγαπήσαμε και βρήκαμε τη στάχτη.
Μας έλεγαν θα νικήσετε όταν εγκαταλείψετε τη ζωή σας.
Εγκαταλείψαμε τη ζωή μας και βρήκαμε τη στάχτη…

Βρήκαμε τη στάχτη. Μένει να ξαναβρούμε τη ζωή μας ,
Τώρα που δεν έχουμε πια τίποτα…
Γ. Σεφέρης.



Ηρώδειο:
Η υγρή ψυχή των ψηφοφόρων
Ελαύνεται εις πάθος
Φταίνε οι τόνοι της «Ποιμενικής»
(για ό,τι γράφω—γράψε λάθος
αν λάβει γνώση ο ανακριτής)

Φτηνές εσθήτες, λιλιά λοφία,
χοντρές κυρίες που έχουν γνώμη,
στολές—γαλόνι.
Πρώτες σειρές—
Συγκαταφάσκουσα μπουρζουαζία.
“Αν είχα θάρρος κι ένα μπετόνι…
«Μα τι σας  φταίει η κοινωνία ; !»

Τα σπίρτα κρύβω—
πρέπει να στρίβω
με υποπτεύονται για  α  ν  α  ρ  χ  ί  α.
Κωνσταντίνος Σοφιανός 1945 (!!!)




Θα φύγω με τα πόδια στις Ινδίες
κι ίσως να πάω ακόμη πιο μακριά,
σ’ όσους ρωτάνε «που πηγαίνεις;» θ’ απαντάω:
«ψάχνω μια κόλαση μα σάρκα και οστά».

«εδώ δεν έχει πια που να πατήσεις»
παντού μερμήγκια, σαύρες και σκορπιοί,
στη θάλασσα παραμονεύουνε κονσέρβες
κι οι τροχονόμοι γίναν δύτες  κι ηθοποιοί.

Μετά το ματς γυρνούν όλοι στο σπίτι τους και τρώνε,
Κοιτάζουν στην τηλεόραση τον πόλεμο μακριά,
Οι γλάστρες τους μαραίνονται καθώς  αυτοί κοιμώνται,
Μες στο ψυγείο κάθεται ο διάολος και γελά.

Φυτρώσανε στους τάφους ναύλoν άνθη
κι οι αστυνόμοι δέρνουν τον κρατούμενο λυτό,
όλα επιτρέπονται—ακόμη και τα άγχη
μπροστά στο μνήμα του Λευτέρη δάκρυα από μπετόν.

Απ’ ώρα σε ώρα θα συλλάβουνε κι εμένα,
ίσως γιατί θα ξέχασα να βάλω το μπριλκρήμ,
μπροστά στη λάμπα αν με ρωτήσουνε «ποιος είσαι;»
θα πω πως είμαι το πανίσχυρο το Βιμ.

Κι έτσι θα φύγω με τα πόδια στις Ινδίες
κι ίσως να πάω ακόμη πιο μακριά,
σ’ όσους ρωτάνε «που πηγαίνεις;» θ’ απαντάω:
«ψάχνω μια κόλαση με σάρκα και οστά».
Χρήστος Ν. Βαλαβανίδης 1944 (!!!!!!)


ΠΡΕΒΕΖΑ

Θάνατος είναι οι κάργες που χτυπιούνται
στους μαύρους τοίχους και τα κεραμιδιά,
θάνατος οι γυναίκες που αγαπιούνται
καθώς καθαρίζουνε κρεμμύδια.

Θάνατος οι λεροί ασήμαντοι δρόμοι
με τα λαμπρά μεγάλα ονόματα τους,
ο ελαιώνας, γύρω η θάλασσα, κι ακόμη
ο ήλιος θάνατος μες τους θανάτους.

Θάνατος ο αστυνόμος που διπλώνει,
για να ζυγίσει μια «ελλιπή» μερίδα,
θάνατος τα ζουμπούλια στο μπαλκόνι
κι ο δάσκαλος με την εφημερίδα.

Βάσις, Φρουρά, Εξηκονταρχία Πρεβέζης,
Την Κυριακή θ’ ακούσουμε τη μπάντα.
Επήρα ένα βιβλιάριο τραπέζης,
Πρώτη κατάθεσις δραχμαί τριάντα.

Περπατώντας αργά στην προκυμαία,
«υπάρχω» λες κι ύστερα «δεν υπάρχεις!»
φτάνει το πλοίο. Υψωμένη σημαία.
Ίσως έρχεται ο κύριος Νομάρχης.

“Αν τουλάχιστον, μες τους ανθρώπους
αυτούς, ένας επέθαινε από αηδία…
σιωπηλοί, θλιμμένοι, με σεμνούς τρόπους,
θα διασκεδάζαμε όλοι στην κηδεία.
Κώστας Καρυωτάκης



ΒΑΡΚΑΡΟΛΑ

Κυριακή. Σ’ ένα βαπόρι
Στριμωχτήκαν μπουρζουάδες.
Ξεφωνίζει κάθε αγόρι,
Ξεμυξίζουν οι μαμάδες.

Τα σκυλιά δε λογαριάζουν
Ο Σηκουάνας που ‘χει πνίξει,
Δε φοβούνται, διασκεδάζουν
Την ευγενική τους πλήξη.

«Ω, τι ζέστη, θεέ μου, βράζει!»
βεβαιώνουν οι κυρίες
κι επιπόλαιες και γελοίες,

ξεκουμπώνοντας με νάζι
τα χυδαία ντεκολτέ τους
διευκολύνουν τους εμετούς.
Laurent Tailhade σε μετάφραση Καρυωτάκη



Ώρε φιλάρα!
Στο τηλέφωνο δε λέγονται…
Άμα κατέβεις από δω
θα σου δείξω κάτι μεγάλα φτερά που μου φυτρώσανε
θα σου δείξω
πόσο ανάλαφρα πέταγα
πηγαίνοντας στην απαγορευμένη συγκέντρωση
γιατί σφύριζε στο χέρι μου
μια βαριά αλυσίδα
Κατερίνα Γώγου



Ο ΤΡΟΠΟΣ ΜΕ ΤΟΝ ΟΠΟΙΟ ΘΑ ΣΥΜΒΕΙ
ΜΕΣΑ ΣΕ ΜΙΑ ΚΟΝΣΕΡΒΑ ΡΟΔΑΚΙΝΑ

Να πεθάνεις με τις μπότες,
Καθώς γράφεις ποιήματα,
Δεν είναι τόσο ένδοξο,
Όσο να τρέχεις καβάλα σε άλογο
Στους δρόμους του Μπρόντγουευ,
Με έναν δυναμίτη στο στόμα.
Όμως τίποτε από τα δύο δεν προσθέτει
Στο άθροισμα των πλανητών.

Το άλογο ήταν σκούρο,
Το όνομα:
Σάντσεθ ή Καντίνσκι,
Η θερμοκρασία 30 υπό σκιά
Και τα παιδιά επέμεναν να τσιρίζουν:
Γουρούνι, γουρούνι,
Κουραστήκαμε,
Πέτα μας στην κόλαση.
Charles Bukowski.




Τι χάνω εγώ τις μέρες μου
τη μια κοντά στην άλλη,
κι όπως μου ασπρίζουν τα μαλλιά
ξινίζει το κρασί,
αφού μονάχα όταν περνώ
το βλέμμα από το κρουστάλλι,
με νέα ρετσίνα ολόγεμο,
βλέπω τη ζωή χρυσή;
Κ.Καρυωτάκης



Όλα τα ποιήματα αυτής της "άτυπης" ανθολογίας (εκτός από αυτά της Γώγου και του Μπουκόφσκι), περιέχονται στο "Κώστας Καρυωτάκης - Ποιήματα και Πεζά" που επιμελήθηκε ο Γ.Σαββίδης 1η έκδοση 1972 ΕΚΔΟΤΙΚΗ ΕΡΜΗΣ και έπειτα το 1993 από τις εκδόσεις "ΕΣΤΙΑ".
Το μουσικά κομμάτια που ακολουθούν, είναι
1. η μελοποίηση του "Βαρκαρόλα" από τους "Ωχρά Σπειροχαίτη"
2. Η Πρέβεζα του Καρυωτάκη από τον Θανάση Γκαϊφύλλια και μουσική του Γιάννη Γλέζου 

Σ’ έναν νέο που αυτοκτόνησε - Μαρία Πολυδούρη


Aυτόν τον κατεδίωκε ένα πνεύμα
στις σκοτεινές εκτάσεις της ζωής του.
Oι ασχολίες του, οι χαρές, σ’ ένα νεύμα
προσχήματα γινόνταν της ορμής του.

Tα βιβλία, η σκέψη, ένα ορμητήριο
λίγες στιγμές. Bίαιος στον έρωτά του.
Ύστερα γέμιζε η όψη του μυστήριο
και τίποτε δεν ταίριαζε κοντά του.

Ένας περίεργος ξένος επλανιόταν
ανάμεσά μας, μ’ όψη αλλοιωμένη.
Tην υποψία μας δε μας την αρνιόταν
πως κάτι φοβερό τον περιμένει.

Ήταν ωραίος παράξενα, σαν κείνους
που ο θάνατος τους έχει ξεχωρίσει.
Δινόταν στους φριχτότερους κινδύνους
σαν κάτι να τον είχε εξασφαλίσει.

Ένα πρωί, σε μια κάρυνη θήκη
τον βρήκαμε νεκρό μ’ ένα σημάδι
στον κρόταφο. Ήταν όλο σα μια νίκη,
σα φως που ρίχνει γύρω του σκοτάδι.

Eίχε μια τέτοια απλότη και γαλήνη,
μια γελαστή μορφή ζωντανεμένη!
Όλος μια ευχαριστία σα νάχε γίνει.
Kι η αιτία του κακού σημαδεμένη.


Κανείς δε θα γλιτώσει - Γώγου



Κανείς δεν θα γλιτώσει.
Κι αυτό το μακέλεμα δε θα 'χει
ούτε μισό μισοσβησμένο όχι.
Θα βουλιάζουμε - βουλιάζουμε -
κατακόρυφα με 300 και βάλε
σε συφιλιδικά νερά χωρίς τέλος
με αφορισμούς και χτυπήματα στο κεφάλι
απο διαμαντένιους σταυρούς τραβεστί πατέρων
γλείφοντας
υπογράφοντας
ικετεύοντας
και ουρλιάζοντας ξεφτιλισμένα ΝΑΙ ΝΑΙ ΝΑΙ ΝΑΙ.



Από τις εξομολογήσεις του Ματθία Χ. Τάσος Λειβαδίτης -"Ανακάλυψη" '78


Από τις εξομολογήσεις του Ματθία Χ.
13

Όσο για την Κιβωτό, (απλή συνωνυμία), είχε πάντα
κακή φήμη στην πόλη. Μαζεύονταν ρουφιάνοι, αργυραμοιβοί,
λογίς γουρούνια – και μπορούσες να τραγουδήσεις οτιδήποτε
χωρίς ν’ ακουστείς, αφού είχες ξεγράψει τον εαυτό σου
και μας σκέπαζε σιγά σιγά η λήθη μιας τρίτης ζωής –
εκεί στο βάθος γελούσαν με τ’ αστείο μου πρόσωπο
κι εγώ τους κοίταζα καλά πριν πεθάνω,
η υπηρέτρια ανέβαινε κάθε τόσο να κρυφακούσει, κι αργότερα
            όταν ξεπέσαμε, γράφαμε γράμματα παρακλητικά,
«ίσως, όμως, και να μ’ αγαπούν», σκεφτόμουν, γιατί στην
κουζίνα φούσκωνε κιόλας, μουρμουρίζοντας, το γάλα
και τότε, από ευγνωμοσύνη, γίνομαι μια τρύπα στο πάτωμα
            που ξαναδίνει πίσω όλες τις εξαφανισμένες δεκάρες
κι οι περαστικοί απορούν από πού έρχεται αυτή η υπέροχη
ησυχία
καθώς κλείνω τα μάτια στο έγκλημά τους.

Καμιά φορά, μάλιστα, ζηλεύω τις ωραίες ιστορίες των
άλλων,
αλλά η δική μου έχει το πλεονέκτημα ότι είμαι κι εγώ
            εκεί –
είναι ένα αληθινό μυστήριο.


Τάσος Λειβαδίτης
Από την ποιητική συλλογή «ΑΝΑΚΑΛΥΨΗ» 1978

Γιώργος Σουρής 1853-1919




Ποιος είδε κράτος λιγοστό


Ποιος είδε κράτος λιγοστό
σ' όλη τη γη μοναδικό,
εκατό να εξοδεύει
και πενήντα να μαζεύει;

Να τρέφει όλους τους αργούς,
νά 'χει επτά Πρωθυπουργούς,
ταμείο δίχως χρήματα
και δόξης τόσα μνήματα;

Δυστυχία σου, Ελλάς,
με τα τέκνα που γεννάς!
Ώ Ελλάς, ηρώων χώρα,
τί γαϊδάρους βγάζεις τώρα;

Νά 'χει κλητήρες για φρουρά
και να σε κλέβουν φανερά,
κι ενώ αυτοί σε κλέβουνε
τον κλέφτη να γυρεύουνε;

Σπαθί αντίληψη, μυαλό ξεφτέρι,
κάτι μισόμαθε κι όλα τα ξέρει.
Κι από προσπάππου και παππού
συγχρόνως μπούφος και αλεπού.

Δυστυχία σου, Ελλάς,
με τα τέκνα που γεννάς!
Ώ Ελλάς, ηρώων χώρα,
τί γαϊδάρους βγάζεις τώρα;

Θέλει ακόμα -κι αυτό είναι ωραίο-
να παριστάνει τον ευρωπαίο.
Στα δυό φορώντας τα πόδια που 'χει
στο 'να λουστρίνι, στ' άλλο τσαρούχι.

Όλα σ' αυτή τη γη μασκαρευτήκαν
ονείρατα, ελπίδες και σκοποί,
οι μούρες μας μουτσούνες εγινήκαν
δεν ξέρομε τί λέγεται ντροπή.

Δυστυχία σου, Ελλάς,
με τα τέκνα που γεννάς!
Ώ Ελλάς, ηρώων χώρα,
τί γαϊδάρους βγάζεις τώρα




Ὁ Ῥωμηός

“Στὸν καφενὲ ἀπ᾿ ἔξω σὰν μπέης ξαπλωμένος,
τοῦ ἥλιου τὶς ἀκτῖνες ἀχόρταγα ρουφῶ,
καὶ στῶν ἐφημερίδων τὰ νέα βυθισμένος,
κανέναν δὲν κοιτάζω, κανέναν δὲν ψηφῶ.

Σὲ μία καρέκλα τὅνα ποδάρι μου τεντώνω,
τὸ ἄλλο σὲ μίαν ἄλλη, κι ὀλίγο παρεκεῖ
ἀφήνω τὸ καπέλο, καὶ ἀρχινῶ μὲ τόνο
τοὺς ὑπουργοὺς νὰ βρίζω καὶ τὴν πολιτική.

Ψυχή μου! τί λιακάδα! τί οὐρανὸς ! τί φύσις !
ἀχνίζει ἐμπροστά μου ὁ καϊμακλῆς καφές,
κι ἐγὼ κατεμπνευσμένος γιὰ ὅλα φέρνω κρίσεις,
καὶ μόνος μου τὶς βρίσκω μεγάλες καὶ σοφές.

Βρίζω Ἐγγλέζους, Ρώσους, καὶ ὅποιους ἄλλους θέλω,
καὶ στρίβω τὸ μουστάκι μ᾿ ἀγέρωχο πολύ,
καὶ μέσα στὸ θυμό μου κατὰ διαόλου στέλλω
τὸν ἴδιον ἑαυτό μου, καὶ γίνομαι σκυλί.

Φέρνω τὸν νοῦν στὸν Διάκο καὶ εἰς τὸν Καραΐσκο,
κατενθουσιασμένος τὰ γένια μου μαδῶ,
τὸν Ἕλληνα εἰς ὅλα ἀνώτερο τὸν βρίσκω,
κι ἀπάνω στὴν καρέκλα χαρούμενος πηδῶ.

Τὴν φίλη μας Εὐρώπη μὲ πέντε φασκελώνω,
ἀπάνω στὸ τραπέζι τὸν γρόθο μου κτυπῶ…
Ἐχύθη ὁ καφές μου, τὰ ροῦχα μου λερώνω,
κι ὅσες βλαστήμιες ξέρω ἀρχίζω νὰ τὶς πῶ.

Στὸν καφετζῆ ξεσπάω… φωτιὰ κι ἐκεῖνος παίρνει.
Ἀμέσως ἄνω κάτω τοῦ κάνω τὸν μπουφέ,
τὸν βρίζω καὶ μὲ βρίζει, τὸν δέρνω καὶ μὲ δέρνει,
καὶ τέλος… δὲν πληρώνω δεκάρα τὸν καφέ. “



Αρχηγοί 

” Τοῦ Διογένη πιάσετε ἀμέσως τὸ φανάρι,
κι᾿ ἐλᾶτε νὰ γυρέψουμε κανέναν ἀρχηγό·
ἀλλὰ καθένας μας, θαρρῶ, εἶν᾿ ἄξιος νὰ πάρῃ
τὴν ἀρχηγίαν κόμματος, ἀκόμη δὰ κι᾿ ἐγώ.

Γιὰ τὰ πρωτεῖα ξεψυχᾷ κάθε Ρῳμιὸς λεβέντης,
μόνον αὐτὸς πρωθυπουργός, μόνον αὐτὸς ἀφέντης.

Τί ἀρχηγῶν κατακλυσμός! … κι᾿ οἱ ἕλληνες ἐκεῖνοι,
ποὺ τὸν καφφέ των βερεσὲ εἰς τὰ Χαυτεῖα πίνουν,
ἂν ἀρχηγίαν ἔξαφνα κανένας τοὺς προτείνῃ,
δὲν θὰ διστάσουν βέβαια καὶ Ἀρχηγοὶ νὰ γίνουν.

Κι᾿ αὐτὸς ὁ ἕσχατος Ρωμηὸς γιὰ ὅλα κάτι ξέρει,
ἕλληνος τράχηλος ποτὲ ζυγὸν δὲν ὑποφέρει.

Ἰδοὺ νταῆς φουστανελλᾶς μὲ φέσι καὶ σελάχι!
ποιὸς ξέρει ἂν Πρωθυπουργὸς δὲν γίνῃ καμμιὰ ᾿μέρα;
ποιὸς ξέρει πόσα σχέδια καὶ ἀπαιτήσεις θἄχη,
καὶ ἂν τὴν διπλωματικὴ δὲν συνταράξῃ σφαῖρα;

Ὤ! ναί! ποτὲ τὸν ἕλληνα μὴ θεωρῆτε πτῶμα…
᾿σ ὅλους θὰ ἔλθη ἡ σειρὰ νὰ κυβερνήσουν κόμμα.

Μᾶς λείπει ἕνας ἀρχηγός;… πενῆντα ξεφυτρόνουν,
τὸ ἕνα κόμμα χάνεται;… θὰ ἔβγουν ἄλλα δέκα·
ὅλοι γιὰ τὸ ἀξίωμα τοῦ ἀρχηγοῦ μαλλόνουν,
κι᾿ ἴσως ἀργότερα μᾶς βγῇ ᾿στὴ μέση καὶ γυναῖκα.

Ἀλλὰ κι᾿ ἐγὼ ὁ ἀφανὴς τῶν Ἀθηνῶν πολίτης
ἐλπίζω πὼς καμμιὰ φορὰ θὰ γίνω Κυβερνήτης.

Ἐμπρός! μὲ πόζα ἀρχηγοῦ καθένας ἂς προβάλλη,
ἀπ᾿ ὅλους ἂς κυβερνηθῆ ἡ προσφιλὴς Ἑλλάς·
ἂς γίνῃ ὁ Ἡμέτερος, ἂς γίνουν ὅμως κι᾿ ἄλλοι,
ἂς γίνῃ κι ὁ Κατσικαπῆς κι᾿ αὐτὸς ὁ Μπουλελᾶς.

Ἂς πλημμυρίσῃ μ᾿ ἀρχηγοὺς τὸ ἔθνος πέρα πέρα,
ἂς μᾶς σηκώσῃ ἔξαφνα καὶ ἡ Ροζοῦ παντιέρα.

Μονάχα ἕνας βασιλεὺς μὴ μένη ᾿ς τὸ Παλάτι,
πενῆντα δυὸ τουλάχιστον ἂς ἦνε βασιλεῖς,
ὅλοι ἂς ἔβγουν κύριοι ᾿ς τῶν ἄλλων τὸ γεινάτι,
κι᾿ ὀγδόντα πέντε Πρόεδροι ἂς γίνουν τῆς Βουλῆς.

Ὅλοι τρανοὶ πολιτικοί, κανένας ἰδιώτης,
ὅλοι ποζάτοι στρατηγοί, κανένας στρατιώτης. “



Ποιὸς εἶδε κράτος λιγοστὸ

(παραλλαγή)

” Ποιὸς εἶδε κράτος λιγοστὸ
σ᾿ ὅλη τὴ γῆ μοναδικό,
ἑκατὸ νὰ ἐξοδεύῃ
καὶ πενήντα νὰ μαζεύῃ;

Νὰ τρέφῃ ὅλους τοὺς ἀργούς,
νἄχῃ ἑπτὰ Πρωθυπουργούς,
ταμεῖο δίχως χρήματα
καὶ δόξης τόσα μνήματα;

Νἄχῃ κλητῆρες γιὰ φρουρὰ
καὶ νὰ σὲ κλέβουν φανερά,
κι ἐνῷ αὐτοὶ σὲ κλέβουνε
τὸν κλέφτη νὰ γυρεύουνε;

Κλέφτες φτωχοὶ καὶ ἄρχοντες 
μὲ ἅμαξες καὶ ἄτια,
κλέφτες χωρὶς μία πῆχυ γῆ 
καὶ κλέφτες μὲ παλάτια,

ὁ ἕνας κλέβει ὄρνιθες καὶ σκάφες γιὰ ψωμὶ
ὁ ἄλλος τὸ ἔθνος σύσσωμο γιὰ πλούτη καὶ τιμή.

Ὅλα σ᾿ αὐτὴ τὴ γῆ μασκαρευτῆκαν
ὀνείρατα, ἐλπίδες καὶ σκοποί,
οἱ μοῦρες μας μουτσοῦνες ἐγινῆκαν
δὲν ξέρομε τί λέγεται ντροπή.

Ὁ Ἕλληνας δυὸ δίκαια ἀσκεῖ πανελευθέρως,
συνέρχεσθαί τε καὶ οὐρεῖν εἰς ὅποιο θέλει μέρος.

Χαρὰ στοὺς χασομέρηδες! χαρὰ στοὺς ἀρλεκίνους!
σκλάβος ξανάσκυψε ὁ ρωμιὸς καὶ δασκαλοκρατιέται.

Γι᾿ αὐτὸ τὸ κράτος, ποὺ τιμᾶ τὰ ξέστρωτα γαϊδούρια,
σικτὶρ στὰ χρόνια τὰ παλιά, σικτὶρ καὶ στὰ καινούργια!

Καὶ τῶν σοφῶν οἱ λόγοι θαρρῶ πὼς εἶναι ψώρα,
πιστὸς εἰς ὅ,τι λέγει κανένας δὲν ἐφάνη…
αὐτὸς ὁ πλάνος κόσμος καὶ πάντοτε καὶ τώρα,
δὲν κάνει ὅ,τι λέγει, δὲν λέγει ὅ,τι κάνει.

Σουλούπι, μπόϊ, μικρομεσαῖο,
ὕφος τοῦ γόη, ψευτομοιραῖο.
Λίγο κατσούφης, λίγο γκρινιάρης,
λίγο μαγκούφης, λίγο μουρντάρης.
Σπαθὶ ἀντίληψη, μυαλὸ ξεφτέρι,
κάτι μισόμαθε κι ὅλα τὰ ξέρει.
Κι ἀπὸ προσπάππου κι ἀπὸ παπποῦ
συγχρόνως μποῦφος καὶ ἀλεποῦ.

Καὶ ψωμοτύρι καὶ γιὰ καφὲ
τὸ «δὲ βαρυέσαι» κι «ὢχ ἀδερφέ».
Ὡσὰν πολίτης, σκυφτὸς ραγιᾶς
σὰν πιάσει πόστο: δερβεναγᾶς.
Θέλει ἀκόμα -κι αὐτὸ εἶναι ὡραῖο-
νὰ παριστάνει τὸν εὐρωπαῖο.
Στὰ δυὸ φορώντας τὰ πόδια πού ῾χει
στό ῾να λουστρίνι, στ᾿ ἄλλο τσαρούχι.

Δυστυχία σου Ἑλλάς, μὲ τὰ τέκνα ποὺ γεννᾶς.
Ὦ Ελλάς, ἡρώων χώρα, τί γαϊδάρους βγάζεις τώρα;

Μη Μου Μιλάς - Σιδηρόπουλος


Μη μου μιλάς για κόλαση
την έχω ζήσει όλη
μην μου μιλάς για ουρανούς
για θειο περιβόλι

Μη μου μιλάς για τα παιδιά
που ψάχνουνε στους δρόμους
σαν τους αλήτες τους σοφούς
δεν ξέρουν από νόμους

Μην μου μιλάς για τίποτα
δεν ξέρω ν' απαντήσω
μες τα ερείπια του καιρού
ζωή παω να χτίσω

Το φανάρι του Διογένη - Νικόλας Άσιμος



Είπα κι εγώ ν αλλάξω ζωή,
ν αρχίσω καινούργιο παιχνίδι.
Το ξερα πριν κρατούσα γυμνή
κι αγνή την καρδιά στο λεπίδι.
Και δεν την είδα την πρώτη ελπίδα,
να γίνει σπέρμα, να σαρκωθεί.

Στο Φανάρι του Διογένη
κάθεται ένας νιος και περιμένει...
Μην το γκρεμίσουν,
κι ας τον νομίσουν φονιά
που χει τόσο ευαίσθητη καρδιά.
Πια δεν γυρνάνε τα χρόνια πίσω, βοριά.
Νιε μου, το φανάρι δεν 'φελά.

Έτσι κι εγώ θα ψάξω να βρω,
βουνίν, φορεσιάν και ντουφέτσι,
με δίχως θυμόν και δίχως μιλιάν,
ταφήν να πληρώσω του κλέφτη.
Των δεσποτάδων, κυβερνητάδων,
χοντροτζεπάδων και δικαστών.

Άλλος μασάει, κι άλλος σωπαίνει.
Κι ο σκυφτός λαός να περιμένει...
Για τα δεσμά μας, δεν φταίει πάντα η σκλαβιά,
μα η υποταγμένη μας καρδιά.
Μ ένα φανάρι ξαναγυρνάς τις νυχτιές,
ψάχνεις για ανυπόταχτες ματιές.