Τετάρτη, 9 Νοεμβρίου 2011

Κωνσταντίνος Σοφιανός - Ανθολόγιο





ΗΡΩΔΕΙΟ


Ηρώδειο:
Η υγρή ψυχή των ψηφοφόρων
Ελαύνεται εις πάθος
Φταίνε οι τόνοι της «Ποιμενικής»
(για ό,τι γράφω—γράψε λάθος
αν λάβει γνώση ο ανακριτής)

Φτηνές εσθήτες, λιλιά λοφία,
χοντρές κυρίες που έχουν γνώμη,
στολές—γαλόνι.
Πρώτες σειρές—
Συγκαταφάσκουσα μπουρζουαζία.
“Αν είχα θάρρος κι ένα μπετόνι…
«Μα τι σας  φταίει η κοινωνία ; !»

Τα σπίρτα κρύβω—
πρέπει να στρίβω
με υποπτεύονται για  α  ν  α  ρ  χ  ί  α.


ΘΑΛΑΣΣΟΓΡΑΦΙΑ

Ο καπνός
ζωγράφισ’ ένα πλοίο˙
το πλοίο
ζωγράφισε τη θάλασσα˙
η θάλασσα
με μια γραμμή
έφτιαξε τον ορίζοντα.
Ο ουρανός ήδη υπήρχε.
Έμενε να φυσήξει λίγο
για να πάρει ζωή το τοπίο.


ΕΡΩΤΗΜΑ ΠΕΡΙ ΕΞΟΥΣΙΑΣ

Ποιος κόκκος ηγείται της άμμου;


ΕΠΙΤΥΜΒΙΟ

Έχοντας πάθη
έκανα λάθη…
τώρα λανθάνω απαθής
ξένε
στο χώμα που πατείς.


ΟΥΚ ΕΦ’ ΗΜΙΝ

Ένα προς ένα μου ’δειξε τα ωραία δωμάτια
ο «καλός μου φίλος»
και με συγκρατημένο κομπασμό μου «εξηγούσε»…
Τι πλούσιος διάκοσμος, τι εξαίρετο σπίτι!…
Κ’ εγώ φτωχός, σχεδόν τρωγλοδύτης,
σκέφτηκα εσένα, καλέ μου Επίκτητε˙
και,
λησμονώντας όσα μαρξιστικά έχω διαβάσει,
είπα: Δε βαρυέσαι!
Αυτό το ζώο έχει καλύτερη φωλιά!..


ΕΙΔΥΛΛΙΟ

Στη λιμνοθάλασσα
της λογιότητός μας
κάθε ποιητής και καλάμι!
Ως κ’ οι καλοί,
οι αναντίλεκτα καλοί,
κουνάνε τις φουντίτσες τους
μόλις αρχίσει να φυσά η φήμη…
Στις όχθες
-εκεί π’ ανοίγει η αγορά-
βάτραχοι κοάζουν…


ΕΝΑ ΠΡΩΙ ΒΡΗΚΑ ΤΗ ΘΑΛΑΣΣΑ ΑΛΛΑΓΜΕΝΗ

Κάτι βαθύ
σκέφτετ’ η θάλασσα,
κι ακινητεί.
– Της πέταξα μια πέτρα
κι άλλη μία
δεν ταράχτηκε˙
μόνο τις τράβηξε αργά πέρ’ απ’ την όραση
κ’ έκλεισε πάλι. –
Παράξενη ησυχία-απειλητική.
Τίποτα δεν κινείται.
Μόνο τα βότσαλα
αδιόρατα ριγούν
και μυρμηγκιάζουν,
λες κι ακουμπάει
τα λεία πρόσωπά τους
κάτι κακό και σιχαμένο κι όλο χνούδι,
και τα φύκια,
πατημένα ανασαίνουν,
μισά χλωρά, μισά γιομάτ’ αλάτι,
σαν τα μαλλιά του πεθαμένου
που μεγαλώνουν λίγο ακόμη.
Ανεξήγητο τοπίο.
Αβάστακτος κόσμος, ορυκτός,
πάμε να φύγουμε, ψυχή μου.



ΠΕΤΡΩΝΙΟΣ

Όχι μόνο δεν επέτρεψε
στο Νέρωνα
ν’ απλώσει χέρι απάνω του
μα
ούτε στο Θάνατο δεν καταδέχτηκε να πάει.
Άλυπος, αόργητος, αρρενικός
κάλεσε γύρω του συμπότες
διέταξε: φώτα
εδέσματα
αυλούς
κ’ ενώ οι παίδες γέμιζαν τους κύλικες
πήρε το μαχαίρι˙
το σίδερο δίστασε- εκείνος όχι
το νερό ταράχτηκε- εκείνος καθόλου
οι φίλοι είπαν μη- εκείνος δεν είπε τίποτα
με μια κίνηση έκοψε τις φλέβες
-δίχως να κόψει την κουβέντα-
και γύρεψε κρασί.
Το κύπελλο έκανε κύκλο,
κάποιος πέταξε ένα πείραγμα,
εκείνος το γύρισε πίσω,
μάλωσε για κάτι ασήμαντο τον υπηρέτη
και
συνέχισε ν’ ανοίγει και να κλείνει την πληγή
αφήνοντας το Θάνατο να περιμένει
σαν αχθοφόρος- έξω.
Κανείς δεν τόλμησε να προσέξει
τη χλωμάδα π’ απλωνόταν σιγά- σιγά
στ’ αγαπημένο πρόσωπο.
Φρούτα και γέλια ζωντάνευαν τα στόματα
κι όταν το αίμα σώθηκε
κι ο Πετρώνιος ανεχώρησε
και μπήκε ο Θάνατος
-να διεκδικήσει το κουφάρι-
μόνον οι φλόγες των πυρσών
δεν μπόρεσαν να κρατηθούν
κι άρχισαν να τρέμουν.


Η ΡΥΘΜΙΚΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΦΘΟΡΑΣ ΣΤΑ ΡΟΔΙΝΑ ΑΚΡΟΓΙΑΛΙΑ

Στέκομαι και την κοιτάζω που παίζει με τα βότσαλα˙
πηγαινοέρχεται στην παραλία και παίζει με τα βότσαλα:
- φέρνει χαρτιά, φέρνει ξύλα,
βρέχει την άμμο, βρέχει τον αέρα,
θέλει να βρέξει τα καλά μου πέδιλα,
θέλει να φύγω, θέλει να με διώξει
δε θέλει να τη βλέπω που παίζει με τα βότσαλα.
Στέκομαι και την κοιτάζω που παίζει με τα βότσαλα˙
κανείς δεν έχει την ηλικία της
κι όμως
παίζει με τα βότσαλα που έφτιαξε, ως φαίνεται,
για να παίζει.
Στέκομαι και την κοιτάζω που παίζει με τα βότσαλα
και σκέφτομαι,
ακέραια μόνος και ολοένα λιγότερος,
την άλλη,
την ευρύτατη θάλασσα,
που σα βότσαλο,
με άλλα βότσαλα
με συμφύρει και με φθείρει
έτσι- για να παίζει…


ΝΙΨΟΝΑΝΟΜΗΜΑΤΑΜΗΜΟΝΑΝΟΨΙΝ

Δόξα
και μνήμη
της σκονισμένης πέτρας,
βροχή Ιουλίου
π’ ανασύρεις τα χρώματα
και δείχνεις
πόσο πιέζονται τα ορυκτά ώσπου να γίνουν!
…Απρόβλεπτο νερό
ξέπλυνε κ’ εμένα
από τη σκόνη των ματαιώσεων˙
κάνε
να λάμψουν μέσα μου
όσα προδίδω.





Ο DANTON ΑΠΕΡΧΟΜΕΝΟΣ
ΣΤΑ ΤΕΛΗ ΤΗΣ ΧΙΛΙΕΤΙΑΣ
Είδος τμήματος μεταγωγών αυτός ο κόσμος — είδος φυλακής υποδίκων του είδους. Στο μέγα Πραιτώριο ρόλοι κριτών και κρινομένων, στρατιωτών και αιχμαλώτων, φυλάκων και φυλακισμένων συγχέονται καθώς παίζονται απ’ όλους προς όλους ακατάπαυστα. Θεάται ο θάνατος τη ζωή και είναι πλήρες το βλέμμα του ανεστραμμένων ειδώλων.
Κάποτε στο Πραιτώριο θα τους ξαναδείς όλους. Θα σε βρίζουν και θα σε χτυπούν και θα σε φτύνουν και δε θα μπορείς και δε θα θέλεις να τους φτύσεις καν.
Ολους θα τους ξαναδείς εκεί: και τους στρατιώτες κσι τους γραμματείς και τους φαρισαίους και τους εχθρούς και τους φίλους. Κι ανάμεσά τους το φίλο των εχθρών — το βιρτουόζο των εσκεμμένων φιλημάτων: Ραβί - Ραβί…
Και βέβαια τον ενδιαφερότερο ανάμεσά τους — τον ίδιο τον προπραίτωρα της Ιουδαίας. Αψογοι οι τρόποι του Πιλάτου — τρόποι κυρίου πάντα. Ψύχραιμος και λογικός θα γυρέψει λεκάνη κι όπως θ’ απλώνει το βρεμένο χέρι στην πετσέτα — το βλέμμα του φωτισμένο από την ένταση της ειρωνείας — θα σου αναγνωρίσει, ασφαλώς, τη βασιλεία των ουρανών, ψέγοντάς σου όμως την άκομψη αυτή εμμονή στην αλήθεια: τι έστιν η αλήθεια;
Αλήθεια, ποιά είναι η αλήθεια;
Μεγάλη πίκρα
μεγάλη προσβολή
για τίμιον άντρα –
να ‘χει ανέντιμους εχθρούς,
μεγαλύτερη ακόμα
– κι η πίκρα και η προσβολή –
όταν
εχθρούς έχει τους φίλους:
αυτούς που μοιράστηκαν την καρδιά του
αυτούς που λεηλάτησαν τη σκέψη του
κρατώντας
ράκη ασύνδετα
κάλυκες που τους φάνταξαν πιο όμορφοι
δίχως τη γόμωση των επιθετικών του νοημάτων –
κενές σμπαριασμένες λέξεις
σαν τις οβίδες που κουβαλάνε άδειες οι άκαπνοι
απ’ τα πεδία των μαχών
όταν ο θάνατος έχει σηκώσει ό,τι δικαιούται
όταν έχει καθίσει ο κουρνιαχτός
κι οι νικημένοι
και οι νικητές
δένουνε
καθένας
τις πληγές του.
Μ’ αυτές τις άδειες λέξεις
μ’ αυτούς τους άδειους κάλυκες
φτιάχνουνε τώρα ασήμαντες μορφές
κομμάτια φτηνής αισθητικής
γελοία υποστηλώματα
των ταπεινών εγωισμών των.
Με τέτοια “επιτεύγματα”
– τέτοιος που είναι ο καιρός –
με τέτοια “επιτεύγματα”
γινήκαν πάλι “κάποιοι” στο παζάρι,
αισθάνονται — επιτέλους — αυτοδύναμοι
έμποροι με δικό τους μαγαζί
ίσοι προς ίσους με τους εαυτούς των…
Ω, βεβαιότατα:
έγιναν επιτέλους αυτό που ήσαν.


ΜΠΕΝΑΚΕΙΟΣ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ

Είναι ωραία και όμως ερευνά
ή, μάλλον, μολονότι ωραία και διόλου θεούσα — κάθε άλλο,
(το αποκλείει το ελάχιστο που φορά μπλουζάκι,
καθώς αφήνει έκθετη τη σφριγώσα μέση, σαφώς υπαινισσόμενο ότι ο αφαλός,
αθέατος προς το παρόν αλλά πάντως ακάλυπτος,
πιό κι απ’ τη μέση ερεθιστικός θα είναι)
εντούτοις, έχει καθήσει μπροστά στην οθόνη και ερευνά.
Μεταπτυχιακή φοιτήτρια προφανώς,
θα σπουδάζει, υποθέτω, ιστορία,
(ή μήπως κοινωνιολογία της παιδείας — στις μέρες τους τίποτα δεν αποκλείεται)
περνάει την ταινία μικροφίλμ των παλαιών εφημερίδων
και
όλο κάτι αποσπά
και καταγράφει
στο γόνατο ακουμπώντας
(σίγουρο γόνατο τορνευτό)
το σημειωματάριό της με φίνο σκουρόχρωμο δέρμα δεμένο,
σαν το δέρμα που συγκρατεί στα όρια του τέλειου σχήματός της
τους όμοιους με ελάσματα μυώνες.
Θαυμάζω και επικροτώ την επιμέλεια της κόρης,
την εμβρίθεια του ύφους της, των βλεμμάτων της την προσήλωση
στο είδωλο του κειμένου,
που πότε ακινητεί και πότε φεύγει,
καθώς το χέρι της — χέρι Αρτέμιδος εν ώρα κυνηγίου — κομψά και έμπειρα
περιστρέφει τη μικρή λαβή δεξιά της.
Σημειωτέον
– και τούτο επιτείνει τον θαυμασμό μου, όχι μόνο για την εμβρίθεια κλπ.,
αλλά και για την ασκητική, σχεδόν, αυτοπειθαρχία της κόρης –
είναι ΄Ανοιξη.
Ο ήλιος έξω λάμπει χωρίς να δυναστεύει.
Προπετή κελαηδήματα αναμειγνύονται με κορναρίσματα ποικίλλων οχημάτων,
κι απ’ τ’ ανοιχτό παράθυρο εισβάλλει άρωμα νερατζιάς –
συνεγείροντας ως και τον γέροντα ερευνητή, που τώρα δα σηκώθηκε
και
βγήκε,
λέει,
ν’ ανασάνει
“ολίγον αέραν εαρινόν, αγαπητέ μου”.
Είναι ΄Ανοιξη, λοιπόν,
οι φλέβες των ορυκτών διαστέλλονται
από τη ζείδωρη ένταση του φωτός που αεροβατεί αχνίζοντας
στις φρεσκοπλυμένες μαρμαρόπλακες του παλιού Βουλευτηρίου,
κι εκείνη
δοσμένη στην αποδελτίωση παρωχημένων περιστατικών και λόγων
κάθεται ανύποπτη
με την πλάτη γυρισμένη στο παρόν
(όπως κάθονταν άλλοτε τ’ απόβραδο στις γειτονιές οι γυναίκες,
έξω από τα χαμηλά τους σπίτια,
για να ξεδώσουν χαζεύοντας τους περαστικούς,
ενώ μέσα οι μοίρες, αγέλαστες και ακαλλώπιστες,
ετοίμαζαν συμφορές).
Θαυμάζω και επικροτώ,
μα αν κρίνω από το ύφος της,
ύφος βέβαιο “οργανικής διανοουμένης”
(ως επί πολύ και αδιαμαρτύρητα — αλλοίμονο — ακροασθείσης των μαθημάτων
της πολυτόμου κυρίας Π., λόγου χάρη,
ή, έτι χείρον,
της
πολυπράγμονος κυρίας Φ.)
αν κρίνω, λέω, από το ύφος της,
και όχι βέβαια από το φύλο ή την ομορφιά της
– ξου, ξου κακόγλωσσες φεμινίστριες –
συμπτώσεις που διόλου δεν εμπόδισαν
την Κόρινα να υποσκελίσει τον Πίνδαρο
και την Υπατία να υπηρετήσει, έως θανάτου ένδοξη και με τον ίδιο ζήλο,
της Αθηνάς και της Αφροδίτης τα έργα
(γι’ αυτό, λέγεται, την διαμέλισαν οπαδοί του Κυρίλλου Αλεξανδρείας,
γιατί δεν άντεχαν οι φθονεροί καλόγεροι να ζουν ανέραστοι
δίπλα σε τέτοια ομορφιά)
φοβούμαι
– πολύ φοβούμαι, ομολογώ –
ότι το όλο εγχείρημα θα καταλήξει,
μετά πολλών επαίνων, ασφαλώς,
σε μιαν ακόμη περισπούδαστη “προοδευτική” πατάτα.




ΠΡΟΦΗΤΙΚΟ

Ι Κέντρον Διαμορφώσεως Ορθοδόξων Συνειδήσεων
... Χθες είχαμε φεγγάρι στο κανάλι μας.
Ειδοποιημένοι απο το παράνομο δίκτυο ενημερώσεως
"απροσαρμόστων"
πήραμε θέση στα περισκόπια
και αναμέναμε...
Το εντοπίσαμε περί ώρα 7, επί καμπύλης τροχιάς...
Ήταν στρογγυλό και ασημένιο...
Μετακινούμενο αργά χάθηκε πίσω απ' τις αντένες του
"Οργανισμού Ελέγχου Συλλογικής Μνήμης"...
Οι τολμηρότεροι ανασήκωσαν το κέλυφος
και είδαν δίχως πρίσμα.
(Ωρισμένοι συνελήφθησαν και ανακρίνονται ήδη στην
"Υπηρεσίας Καταστολής Συναισθημάτων.
Όσοι παρέσυραν παιδιά
θα υποστούν βαρύτερες κυρώσεις...)



*Ακούστε τον ίδιο τον ποιητή να απαγγέλλει τα ποιήματά του εδώ


Πέμπτη, 3 Νοεμβρίου 2011

Μικρή ανθολογία για τον Τάσο Λειβαδίτη




Αιώνας εμπορίου

H προσφορά κι η ζήτηση ρυθμίζουνε την κοινωνία
έλεγε ο μεγάλος αδερφός μου Mαρξ. Ένα μικρό, ανήθικο
εμπόριο
κάθε χειρονομία, κάθε λέξη, κι η πιο κρυφή σου σκέψη ακόμα,
μεγάλα λόγια στις γωνιές των δρόμων, οι ρήτορες σαν τους
λαχειοπώλες
διαφημίζοντας όνειρα για μελλοντικές κληρώσεις
τα αισθήματα στο Xρηματιστήριο, στα λογιστικά βιβλία
δούναι και λαβείν, πίστωση, χρέωση,
ισολογισμοί, εκπρόθεσμες συναλλαγματικές, μετοχές,
χρεώγραφα
κι ας κλαίει αυτή η γυναίκα στο δρόμο, τί σημασία έχει;
«ζούμε σε μια μεγάλη εποχή», οι παπαγάλοι δεν κάνουν
ποτέ απεργία
μικροί, ανάπηροι μισθοί αγορασμένοι με νεκρές
περηφάνειες
γνώση αβέβαιη, πληρωμένη μ’ όλη τη βέβαιη νιότη σου,
βρέχει νομίσματα, οι άνθρωποι τρέχουν σαν τρελοί να τα
μαζέψουν
νομίσματα όλων των εποχών, ελληνικά, ρωμαϊκά, της Bαβυλώνας,
δολάρια ασημένια
η βροχή είναι πυκνή, ανελέητη, πολλοί σκοτώνονται
πλανόδιοι έμποροι αγοράζουνε τα πτώματα ― θα χρειαστούν
μεθαύριο
σαν ανεξόφλητες αποδείξεις της «μεγάλης μας εποχής»,
κι αυτούς τους λίγους στίχους χρειάστηκε ένα ολόκληρο
θησαυροφυλάκιο πόνου, για να τους αποσπάσω
απ’ τη φιλάργυρη αιωνιότητα, σαν τοκογλύφοι οι μέρες μας
μάς κλέβουν τη ζωή, τί ζέστη, θε μου, κι όμως βρέχει,
τί καιρός, μα δε θα μου τη σκάσετε εμένα, κύριοι,
είμαι ιδιοφυία στο είδος σας, πίστωση, χρέωση,
ο Pοκφέλλερ άρχισε
πουλώντας καρφίτσες. Θα χτίσω, λοιπόν, κι εγώ ένα μεγάλο
προστατευτικό σπίτι
με τις πέτρες που μου ρίξατε
σ’ όλη τη ζωή μου.


Έπρεπε να ξεφύγω, αλλιώς ήμουν χαμένος, αλλά ο άγνωστος του σταθμού με περίμενε κιόλας στην άκρη του ταξιδιού μου. Ποιος άγνωστος; Ήμουν εγώ ο ίδιος νικημένος κι άνοιγα τις πόρτες στα σταματημένα βαγόνια κι έβγαινα απ’ την άλλη μεριά του ονείρου.
Ω θλίψη, σε μάθαμε από παιδιά, σχεδόν πριν γνωρίσουμε τον κόσμο.


Ευχαριστώ

Θεέ μου, γιατί δεν μπορώ να σε καταλάβω; Ίσως όμως αν σε καταλάβαινα να μην μπορούσα να αντέξω το βάρος σου.
Θεέ μου, μ’ αυτήν την ευτελή πραγματικότητα γύρω μας κινδυνεύεις.
Πως να σε σώσω...


Απλοί στίχοι

Ένα σπίτι για να γεννηθείς
ένα δέντρο για ν’ ανασάνεις
ένας στίχος για να κρυφτείς
ένας κόσμος για να πεθάνεις

Τερέζα

Άνοιξα το παράθυρο και πράγματι εκεί στο βάθος τ’ ουρανού έλαμπε η Τερέζα σαν άστρο.


Φύλλα ημερολογίου

Ποιος ξέρει τι θα συμβεί αύριο, ή ποιος έμαθε ποτέ τι συνέβη χτες,
τα χρόνια μου χάθηκαν εδώ κι εκεί, σε δωμάτια, σε τραίνα, σε
όνειρα
αλλά καμιά φορά η φωνή μιας γυναίκας καθώς βραδιάζει μοιάζει
με το αντίο μιας ηλικίας που τέλειωσε
κι οι μέρες που σου λείπουν, ω Φεβρουάριε, ίσως μας αποδοθούν
στον παράδεισο-
συλλογιέμαι τα μικρά ξενοδοχεία όπου σκόρπισα τους στεναγμούς
της νιότης μου
ώσπου στο τέλος δεν ξεφεύγει κανείς, αλλά και να πάει που;
κι ο έρωτας είναι η τρέλα μας μπροστά στο ανέφικτο να γνωρίσει ο
ένας τον άλλον-
Κύριε, αδίκησες τους ποιητές δίνοντάς τους μόνο έναν κόσμο,
κι όταν πεθάνω θα ’θελα να με θάψουν σ’ ένα σωρό από φύλλα ημε-
ρολογίου
για να πάρω και το χρόνο μαζί μου.
Κι ίσως ό,τι μένει να ’ναι στην άκρη του δρόμου μας
ένα μικρό μη με λησμονεί.


Ποιητές

Φτωχοί λαθρεπιβάτες πάνω στις φτερούγες των πουλιών
την ώρα που πέφτουν χτυπημένα.
Το όνειρο
Τελικά τους έκλεισα την πόρτα «τι να την κάνω εγώ την πραγματικό-
τητα, τους λέω-εγώ έχω τ΄»όνειρο»
ίσως γι΄ αυτό αγαπώ τα νεκροταφεία, γιατί βάζουν τέλος στις λε-
πτομέρειες.
Ένα τραγούδι λυπημένο τη νύχτα είναι πάντα ένας αποχαιρετι-
σμός.
Δειλινό
Λεπτομέρειες ασήμαντες που κάνουν πιο οδυνηρές τις αναμνήσεις
και τα χρόνια μας, βαλσαμωμένα πουλιά, μας κοιτάζουν τώρα με μάτια ξένα -
αλλά κι εγώ ποιός ήμουν; ένας πρίγκηπας του τίποτα
ένας τρελός για επαναστάσεις κι άλλα πράγματα χαμένα
και κάθε που χτυπούσαν οι καμπάνες ένιωθα να κινδυνεύει η ανθρωπότητα
κι έτρεχα να τη σώσω.
Κι όταν ένα παιδί κοιτάει μ’ έκσταση το δειλινό, είναι που αποθηκεύει θλίψεις για το μέλλον.


Απολογισμός

Νύχτωσε. Ώρα πού αναρωτιέται κανείς τι έπραξε στη ζωή του.
Κι οι νεκροί πλάγιασαν και σταύρωσαν τα χέρια, σαν αυτό που
ψάχναν
να το αγγίζουν, επιτέλους, μέσα τους.



Απλή κουβέντα

Δεν είμαστε πια ποιητές
παρά μονάχα
σύντροφοι
με μεγάλες πληγές και πιο μεγάλα όνειρα.
{…}
Μας φτάνει να μιλήσουμε
απλά
όπως πεινάει κανείς απλά
όπως αγαπάει
όπως πεθαίνουμε
απλά.



Απάντηση

«Μα πως περπατάς επί των κυμάτων;» ρώτησα.
«Έχασα το δρόμο» μου λέει.

12

Κύριε, όλα από σένα ξεκινούν. Κι όλα σε σένα θα
‘ρθουν να τελειώσουν.
Κι η άνοιξη δεν είναι παρά η νοσταλγία σου για κει-
νες τις λίγες ώρες που έζησες στη γη.
Χρόνια της φωτιάς
Πίσω απ΄τις γρίλιες παίζονται δράματα σκοτεινά
αυτοί που οραματίστηκαν χάθηκαν τόσο νέοι.-
ζήσαμε με χαμένα όνειρα και σκοτωμένη μουσική…



Αιχμαλωσία

Παρ’ όλο που σε όλη μου τη ζωή βιαζόμουν, η νύχτα μ’ έβρισκε πάντα απροετοίμαστο ή μάζευα τα φύλλα του φθινοπώρου, έχουν μια μυστηριώδη τύχη που μας ξεπερνά και γενικά τ’ ανθρωπιστικά αισθήματα δε σ’ ανεβάζουν ψηλά, το πολύ να φτάσεις ως τη λαιμητόμο ή έστω ως το παράθυρο μιας γυναίκας με κόκκινα μαλλιά, και λέω κόκκινα γιατί αγαπώ το μέλλον, όπως και τα φαρμακεία τη νύχτα μοιάζουν με φανταστικές εξόδους κι οι ποιητές ονειρεύονται ρωμαϊκές γιορτές ή αρνούνται να πεθάνουν, κατά τα άλλα συνήθως καίγομαι, έτσι ξεχειμωνιάζω καλύτερα ή στα σπίτια που μ’ έδιωχναν άφηνα πάντα πίσω απ’ την πόρτα ένα τσεκούρι.
Aλλά οι καλύτερες στιγμές μου είναι τα βράδια, όταν ανοίγω το παράθυρο κι αφήνω ελεύθερα τα ωραία ωδικά πουλιά που εκγυμνάζω τις ατέλειωτες ώρες της αιχμαλωσίας


Αθάνατες κοινοτυπίες

Οι ονειροπόλοι γυρίζουν κουρασμένοι (από πού;)-
μέσα στα μάτια τους έχουν πνιγεί τα προάστια,
στο άσυλο μετράνε με τις ψείρες τους την υπομονή,
με τα δάκρυά τους το μέγεθος της μέρας,
άξαφνα ο φύλακας μ’ αρπάζει απ΄ το λαιμό, εγώ σα-
στίζω και τότε ακούγεται η ωραιότερη μουσική
σαν μια σανίδα από θλιβερό ναυάγιο ταξιδεύει η
γηραιά μας ήπειρος.



Το υπόγειο

Aν άρχιζε ο Θεός μια μέρα να μετράει όσα έφτιαξε,
άστρα, πουλιά, σπόρους, βροχές, μητέρες, λόφους,
θα τέλειωνε ίσως κάποτε. Eγώ κάθομαι εδώ, ολομόναχος,
μέσα σε τούτο το υγρό υπόγειο, έξω βρέχει,
και μετράω τα σφάλματα που έκανα, τις μάχες που έδωσα,
τις δίψες, τις παραχωρήσεις,
μετράω τις κακίες μου, κάποτε θαυμαστές, τις καλωσύνες μου
συχνά επηρμένες, μετράω, μετράω, δίχως ποτέ μου
να τελειώνω ― α, εσείς,
εσείς ταπεινώσεις, αλτήρες της ψυχής μου,
βαθύ, θρεπτικό ψωμί, αιώνιε πόνε μου,
όλη η δροσιά του μέλλοντος τραγουδάει μες στις κλειδώσεις μου
την ίδια ώρα που μου στρίβει το λαρύγγι η πείνα χιλιάδων
φτωχών προγόνων,
κι ω ήττες, συντρόφισσές μου, που μέσα σε μια στιγμή
με λυτρώσατε απ’ τους αιώνιους φόβους της ήττας.
Είμαι κι εγώ ένας Θεός μες στο δικό του σύμπαν, σε τούτο
το υγρό υπόγειο, έξω βρέχει,
ένα σύμπαν ανεξιχνίαστο κι ανεξάντλητο κι απρόβλεπτο,
ένας Θεός καθόλου αθάνατος,
γι’ αυτό και τρέμοντας από έρωτα για κάθε συγκλονιστική
κι ανεπανάληπτη στιγμή του.


Αντίο

Κάποτε μια νύχτα θ΄ ανοίξω τα μεγάλα κλειδιά των τρένων για να
περάσουν οι παλιές μέρες
οι κλειδούχοι θα ΄χουν πεθάνει, στις ράγιες θα φυτρώνουν μαργαρίτες
απ΄τα παιδικά μας πρωινά
κανείς δεν έμαθε ποτέ πως έζησα, κουρασμένος από τους τόσους χειμώνες
τόσα τρένα που δεν σταμάτησαν πουθενά, τόσα λόγια που δεν ειπώθηκαν,
οι σάλπιγγες βράχνιασαν, τις θάψαμε στο χιόνι
που είμαι; γιατί δεν παίρνω απάντηση στα γράμματά μου;
κι αν νικηθήκαμε δεν ήταν απ΄ την τύχη ή τις αντιξοότητες, αλλά
απ’ αυτό το πάθος μας για κάτι πιο μακρινό
κι ο αγέρας που κλείνει απότομα τις πόρτες και μένουμε πάντοτε
έξω
όπως απόψε σε τούτο το ερημικό τοπίο που παίζω την τυφλόμυγα με
τους νεκρούς μου φίλους.
Όλα τελειώνουν κάποτε. Λοιπόν, αντίο! Τα πιο ωραία ποιήματα
δεν θα γραφτούν ποτέ….


Τέχνη

Έζησα τα πάθη σα μια φωτιά, τάδα ύστερα να μαραίνονται
και να σβήνουν,
και μ' όλο που ξέφευγα απόνα κίνδυνο, έκλαψα
γι' αυτό το τέλος που υπάρχει σε όλα. Δόθηκα στα πιο μεγάλα
ιδανικά, μετά τ' απαρνήθηκα,
και τους ξαναδόθηκα ακόμα πιο ασυγκράτητα. Ένοιωσα
ντροπή μπροστά στους καλοντυμένους,
και θανάσιμη ενοχή για όλους τους ταπεινωμένους και τους
φτωχούς,
είδα τη νεότητα να φεύγει, να σαπίζουν τα δόντια,
θέλησα να σκοτωθώ, από δειλία ή ματαιοδοξία,
συχώρεσα εκείνους που με σύντριψαν, έγλυψα εκεί που
έφτυσα,
έζησα την απάνθρωπη στιγμή, όταν ανακαλύπτεις, πλέον
αργά, ότι είσαι ένας άλλος
από κείνον που ονειρευόσουνα, ντρόπιασα τ' όνομά μου
για να μη μείνει ούτε κηλίδα εγωισμού απάνω μου ―
κι ήταν ο πιο φριχτός εγωισμός. Τις νύχτες έκλαψα,
συνθηκολόγησα τις μέρες, αδιάκοπη πάλη μ' αυτόν τον
δαίμονα μέσα μου
που τα ήθελε όλα, τούδωσα τις πιο γενναίες μου πράξεις,
τα πιο καθάρια μου όνειρα
και πείναγε, τούδωσα αμαρτίες βαριές, τον πότισα αλκοόλ,
χρέη, εξευτελισμούς,
και πείναγε. Βούλιαξα σε μικροζητήματα
φιλονίκησα για μιας σπιθαμής θέση, κατηγόρησα,
έκανα το χρέος μου από υπολογισμό, και την άλλη στιγμή,
χωρίς κανείς να μου το ζητήσει
έκοψα μικρά-μικρά κομμάτια τον εαυτό μου και τον μοίρασα
στα σκυλιά.

Τώρα, κάθομαι μες στη νύχτα και σκέφτομαι, πως ίσως πια
μπορώ να γράψω
ένα στίχο, αληθινό.




Και τέλος, ένα μικρό κείμενο του Μανόλη Πρατικάκη για την Τελευταία περιπέτεια του Τάσου Λειβαδίτη και πώς ενεπλάκησαν σε αυτή ο Ρίτσος και ο Καρούζος.
http://gianniszelianaios.blogspot.com/2008/04/blog-post.html

Οδός Πανός, Τεύχος 140, Απρίλιος- Ιούνιος 2008 και από το μεγάλο αφιέρωμα στον
Τάσο Λειβαδίτη.