ένα τριαντάφυλλο
κόκκινο φως του ήλιου
το παίρνω διαλυμένο
σαν παζλ μες το γκαράζ:
τα πέταλα είναι λιπαρά
σαν μπαγιάτικο μπέικον
και πεσμένα
σαν του κόσμου τις παρθένες
με την πλάτη στο πάτωμα
κοιτάζω ψηλά
το παλιό ημερολόγιο
που κρέμεται σ' ένα καρφί
και αγγίζω
το ρυτιδωμένο μου πρόσωπο
και χαμογελώ
γιατί
αυτό το μυστικό
με ξεπερνάει
Το πρόσωπο ενός
πολιτικού υποψηφίου σε ένα πίνακα διαφημίσεων της πόλης
να τος
όχι πολλά μεθύσια
όχι πολλοί καυγάδες με γυναίκες
όχι πολλά κλαταρισμένα λάστιχα
ποτέ δε σκέφτηκε την αυτοκτονία
όχι περισσότεροι από τρεις πονόδοντοι
ποτέ δεν έχασε γεύμα
ποτέ δεν έκανε φυλακή
ποτέ δεν ερωτεύτηκε
7 ζευγάρια παπούτσια
ένας γιος στο πανεπιστήμιο
αμάξι ενός έτους
ασφαλιστήρια συμβόλαια
ένα πολύ πράσινο γρασίδι
κάδοι σκουπιδιών καλά σφραγισμένοι
θα εκλεγεί.
Ερωτεύτηκα
είναι μικρή, είπε,
αλλά κοίτα εμένα,
έχω ωραίους αστράγαλους,
και κοίτα και τους καρπούς μου, έχω ωραίους
καρπούς
Θεέ μου,
νόμιζα ότι πήγαινε καλά,
και τώρα ξανά αυτή,
κάθε φορά που σου τηλεφωνεί τρελαίνεσαι,
μου είπες ότι τελείωσε
μου είπες ότι ως εδώ ήταν,
άκου, έχω ζήσει αρκετά για να γίνω
μια καλή γυναίκα,
γιατί έχεις ανάγκη μια κακή γυναίκα;
έχεις ανάγκη να σε βασανίζουν, έτσι δεν είναι;
νομίζεις ότι η ζωή είναι σάπια αν κάποιος σου συμπεριφέρεται
σάπια, όλα ταιριάζουν,
έτσι δεν είναι;
πες μου, αυτό είναι; θέλεις να σου φέρονται
σκατά;
και ο γιος μου, ο γιος μου θα σε γνώριζε.
το είπα στο γιο μου
και παράτησα όλους τους εραστές μου.
στάθηκα σε ένα καφέ και ούρλιαξά
ΕΡΩΤΕΥΤΗΚΑ,
Και τώρα με κορόιδεψες…
συγγνώμη, είπα, ειλικρινά συγγνώμη.
κράτα με, είπε, θα με κρατήσεις σε παρακαλώ;
ποτέ ξανά δε βρέθηκα σε κάτι τέτοιο, είπα,
σε ένα τέτοιο τρίγωνο…
σηκώθηκε και άναψε τσιγάρο, έτρεμε ολόκληρη. έκανε βήματα
πάνω κάτω, άγρια και τρελή. ήταν μικροκαμωμένη. τα χέρια της ήταν λεπτά, πολύ
λεπτά και όταν ούρλιαξε και άρχισε να με χτυπάει την έπιασα απ’ τους καρπούς
και μετά πέρασα στα μάτια¨ μίσος, αιώνες βαθιά και αληθινά. έκανα λάθος, ήμουν
απρεπής και άρρωστος. όλα τα πράγματα που είχα μάθει είχαν χαραμιστεί.
δεν υπήρχε ζωντανό πλάσμα τόσο βρώμικο όσο εγώ
και όλα τα ποιήματα μου ήταν
εσφαλμένα.
Αγκάλιασε το σκοτάδι
ο σάλος είναι ο θεός
η τρέλα είναι ο θεός
όταν ζεις μονίμως ήρεμα
ζεις μονίμως το θάνατο.
η αγωνία μπορεί να σκοτώσει
ή
η αγωνία μπορεί να κρατήσει το βάρος της ζωής
αλλά η ηρεμία είναι πάντα τρομακτική
η ηρεμία είναι ό,τι χειρότερο
να περπατάς
να μιλάς
να χαμογελάς,
να φαίνεται ότι είσαι.
μην ξεχνάς τα πεζοδρόμια
τις πόρνες,
την προδοσία,
το σκουλήκι μέσα στο μήλο,
τα μπαρ, τις φυλακές,
τις αυτοκτονίες των εραστών.
εδώ στην Αμερική
έχουμε δολοφονήσει έναν πρόεδρο και τον αδερφό του,
ένας άλλος πρόεδρος παραιτήθηκε από τη θέση του.
οι άνθρωποι που πιστεύουν στην πολιτική
είναι σαν τους ανθρώπους που πιστεύουν στο θεό¨
είναι κάτι αποτυχημένοι που έχουν έφεση
στα ασήμαντα.
δεν υπάρχει θεός
δεν υπάρχει πολιτική
δεν υπάρχει ηρεμία
δεν υπάρχει έρωτας
δεν υπάρχει έλεγχος
δεν υπάρχει σχέδιο
«Όποιον
και να ρωτήσετε, θα σας πει ότι δεν είμαι και πολύ καλός άνθρωπος. Δεν ξέρω τι σημαίνει
αυτή η λέξη. Πάντα συμπαθούσα τους παλιανθρώπους, τους παράνομους και τα
ρεμάλια... Δε τα γουστάρω εκείνα τα καλοξυρισμένα αγοράκια, με τη γραβάτα και
την καλή δουλειά. Μου αρέσουν οι απελπισμένοι άνθρωποι, οι άνθρωποι με τα
σπασμένα δόντια, τα σπασμένα μυαλά και τους σπασμένους τρόπους. Αυτοί με
ενδιαφέρουν. Είναι γεμάτοι εκπλήξεις και εκρήξεις. Για μένα οι έκφυλοι έχουν
περισσότερο ενδιαφέρον από τους αγίους. Οι αλήτες με ξεκουράζουν, γιατί και ‘γω
αλήτης είμαι. Δε γουστάρω τους νόμους, τη θρησκεία, την ηθική και τους κανόνες.
Δε γουστάρω να με φορμάρει η κοινωνία στα μέτρα της...»
Charles Bukowski
(από
κάποιο βιβλίο του με διηγήματα, σε κάποια σελίδα που ποτέ δε σημείωσα ποια. Το
σίγουρο είναι πως έχει μεταφραστεί στα ελληνικά κι αν θέλετε να ανατρέξετε στην
πηγή, μπορείτε να προμηθευτείτε όλα του τα βιβλία και να τα διαβάζετε μανιωδώς
με σκοπό να πέσετε πάνω σε αυτή την παράγραφο. Κι αν αναρωτιέστε πώς θυμάμαι
ακριβώς τα λόγια του, η απάντηση είναι: δεν τα θυμάμαι. Τα είχα σημειώσει σε
κάποιο τετράδιο. Τώρα, αν αυτό δεν σας είναι αρκετό, σκοτίστηκα. Εξάλλου, ποιος
άλλος θα μπορούσε να έχει πει τα παραπάνω λόγια πέρα από τον Buk?)
Η πυροδότηση της κριτικής από
την καταγραφή των νόσων της ποιητικής τέχνης έως τις επικριτικές ρήσεις από
ορισμένες πανεπιστημιακές ομάδες που συντάσσουν τους κανόνες της ποίησης, και
γεννοβολούν, με περίσσιο ύφος και χάρη, τις μαριονέτες που ελέγχουν – όλα αυτά,
μαζί με τους υποστηρικτές τους και το σινάφι τους, συνιστούν την πλέον θανάσιμη
και ψωροπερήφανη ποιητική έδρα. Δημιουργούν, καταγράφουν, και
επιχειρηματολογούν γύρω από την ιστορία των ιδίων, γοητευμένοι από την
γενναιοδωρία των αυλικών τους.
Αυτό που οι πανεπιστημιακοί
κριτικοί έχασαν απομονώνοντας τους εαυτούς τους μέσα στην ακαδημία το κέρδισαν
με το παραπάνω σε στόχευση και κύρος. Σε όσους απόμειναν από μας, τους
βρόμικους, τους αργόσχολους μέσα στα μπιλιαρδάδικα και τα σοκάκια, μοιάζει λες
και δεν απομένει παρά μια ματαιωμένη και παράφωνη φλυαρία. Προκειμένου να
δημιουργηθεί μία δυναμική, πιθανόν ένα μανιφέστο, μια κίνηση… η κυοφορία μιας
ιδέας… να είναι απαραίτητα. Είναι δύσκολο για έναν ποιητή να σταθεί ολομόναχος
ενάντια στην πανεπιστημιακή κλίκα. Πιθανόν να πρέπει εμείς οι ίδιοι να
εφεύρουμε τη δική μας ιστορία και να επιλέξουμε τους δικούς μας θεούς, αν είναι
να ακουστεί η δική μας συνεισφορά στην αμερικανική λογοτεχνία, σε κάποιο
απώτερο μέλλον.
Οι λογοτέχνες μας οφείλουν να
γνωστοποιήσουν την ύπαρξή τους στην πανεπιστημιακή κοινότητα που εξορκίζει τα
πάντα και γράφει προς ιδία κατανάλωση – και ας είμαστε δίκαιοι επ’ αυτού: πολλά
απ’ αυτά που εκδίδονται δεν ανήκουν μονάχα στη βρομιά αλλά δεν τα διαβάζει
σχεδόν κανένας (κι αυτό δυστυχώς ισχύει τόσο για τους αναγνώστες όσο και για
τους λογοτέχνες). Αυτό που μας σώζει είναι η τρομερή μας ανοιχτοσύνη και η
πολυφωνία μας. Όμως, αυτή μας η υπεροχή θα πρέπει να είναι εξίσου
καλοσχηματισμένη όσο και άμορφη, και να συνοδεύεται από το δικό της δίκτυο
κριτικής ενημέρωσης και να εκφράζει επί το πλείστον τις τάσεις, και την
πολιτιστική παρεμβολή των λογοτεχνών μας. Κι αυτό όχι ως προϋπόθεση επικύρωσης
ή αισθητικού περιορισμού αλλά ως η μετουσίωση ποικίλλων φωνών σε μία πολύ πιο
ξεκάθαρη φόρμα. Ο άνεμος ανανέωσης μιας καινούργιας κουλτούρας, ο μαγνητισμός
και το νόημα και η ελπίδα, η ακρίβεια των ενεργειών μας – όλα αυτά δεν έχουν
ακόμα, υπό οποιαδήποτε έννοια, υλοποιηθεί και δεν έχουν πραγματωθεί. Και έως
ότου υλοποιηθούν και πραγματωθούν… πέντε-έξι τύποι, μίζεροι καρεκλοκέντραυροι
των πανεπιστημίων, θα παριστάνουν τους ιεροφάντες του ποιητικού μας σύμπαντος.
Τσαρλς Μπουκόβσκι: Μανιφέστο: μια ανακοίνωση σχετικά με τους κριτικούς
μας
[Περιοδικό Nomad, τεύχος 5/6, 1960]
Μετάφραση: Γιάννης Λειβαδάς (από το υπό έκδοση έργο, “Τσαρλς
Μπουκόβσκι: Κείμενα από σημειωματάρια και αρχεία 1946-1992, β’ τόμος” /
Εκδόσεις Ηριδανός]
Στυλ είναι τα πάντα Ο διάσημος συγγραφέας σε μια αποκαλυπτική συνέντευξη, η οποία δημοσιεύεται πέντε χρόνια μετά τον θάνατό του για πρώτη φορά στο βιβλίο του Jean-Francois Duval, μιλάει για τη σχέση του με το ποτό και το γράψιμο
Η συνέντευξη δόθηκε ένα απόγευμα Δευτέρας. Μία εβδομάδα νωρίτερα είχα λάβει από την άλλη άκρη του ωκεανού μια μικρή δακτυλογραφημένη κάρτα από τον «Μπουκ». «Συνέντευξη Ο.Κ.» έγραφε. Με άλλα λόγια, ο Τσαρλς Μπουκόφσκι αποδεχόταν την πρότασή μου και με καλούσε να «διασχίσουμε τον Άδη». Το μήνυμα συμπληρωνόταν από ένα σπιρτόζικο σκιτσάκι όπως αυτά που συνήθιζε να κάνει.
Μερικές ημέρες αργότερα, υπό το φως των κεριών, παρέα με ένα μπουκάλι και τρία ποτήρια, εγώ και ο Μπουκ στον καναπέ, η Λίντα, η νεαρή, όμορφη γυναίκα του, στο πάτωμα, απολαύσαμε το κρασί και την κουβέντα. Τρεις ή τέσσερις ώρες; Τόσο περίπου διήρκεσε η συνάντησή μας. Ήταν μια ήρεμη και χαμηλών τόνων συζήτηση που κάθε τόσο διέκοπτε το γρατσούνισμα της γάτας πάνω στα αντικείμενα...
Υπάρχει μόνο αυτό το κερί στο τραπέζι για να φωτίζει. Σας αρέσει να μένετε στο σκοτάδι;
Λίντα Μπουκόφσκι: «Μήπως σας ενοχλεί;».
Όχι, όχι...
Λίντα: «Ο Χανκ προτιμά όσο το δυνατόν λιγότερο φως».
Τσαρλς Μπουκόφσκι: «Μόνο όταν πίνω».
Όταν τηλεφωνηθήκαμε μου είπατε να έρθω στις οκτώ και όχι στις δύο, όπως αρχικά είχαμε συμφωνήσει. Υπάρχει κάποιος ειδικός λόγος που αλλάξατε σχέδια;
«Ναι, υπάρχει. Τη μέρα είμαι... μισοπεθαμένος. Περιφέρομαι σαν ζόμπι. Πάντα ήμουν έτσι. Από μικρός δεν αγαπούσα τον ήλιο, το φως. Η μητέρα μου συνήθιζε να μου λέει: "Μα τι έχεις; Στέκεσαι εκεί από το πρωί και κινείσαι τώρα που αρχίζει να σκοτεινιάζει". Ναι, θα έλεγα πως ήμουν φίλος της νύχτας. Η μέρα μου προκαλούσε ίλιγγο. Ετσι προτίμησα να "επανέρχομαι" τη νύχτα».
Νύχτες με κρασί ή μπίρα;
«Α, το νέκταρ των θεών. Το κρασί εννοώ. Υπό την επήρειά του μπορώ να γράψω για τρεις ή τέσσερις ώρες. Με το ουίσκι γίνομαι χάλια».
Σήμερα έχετε γράψει;
«Όχι, πέρασα όλη τη μέρα στον ιππόδρομο. Πιθανόν να έγραφα το βράδυ. Αλλά τώρα είστε κι εσείς εδώ».
Λυπάμαι αν σας χαλάω τα σχέδια.
(γελώντας) «Μου καταστρέψατε τη βραδιά».
Χθες γράψατε;
«Όχι, δεν έχω γράψει από προχθές».
Τι γράψατε λοιπόν;
«Στίχους. Είμαι σε ποιητική φάση κυρίως. Ελπίζω να μου περάσει σύντομα όμως. Θέλω να γυρίσω στα διηγήματα. Προς το παρόν είμαι στην ποίηση. Μη με ρωτήσετε το γιατί. Απλώς ακολουθώ το ένστικτό μου. Δεν κάνω ποτέ προγράμματα. Ο,τι είναι να έρθει, θα έρθει... Πάντως το επόμενο βιβλίο μου θα είναι μια συλλογή από ποιήματα που ελπίζω να αρέσει πολύ στον εκδότη μου».
Στις Ηνωμένες Πολιτείες είστε περισσότερο γνωστός ως ποιητής ενώ στην Ευρώπη συμβαίνει το αντίθετο. Εμείς σας ξέρουμε κυρίως από τα διηγήματά σας.
«Έχετε απόλυτο δίκιο. Δεν ξέρω πώς έγινε αυτό. Εδώ οι ποιητές θεωρούνται πιο ρομαντικοί τύποι. Αν κάποιος γράφει ποιήματα, όλοι νομίζουν πως πρόκειται για κάποιον που ζει εκτός πραγματικότητας, πως θα διακρίνεται για την ευαισθησία του και τέτοια, ξέρετε... Εγώ δεν συμφωνώ καθόλου αλλά, αν οι Αμερικανοί θέλουν να σε κάνουν ποιητή, σε κάνουν. Μπορεί στα μάτια τους κάποιος που γράφει ποιήματα να είναι πιο ρομαντικός από όποιον γράφει διηγήματα. Και ποιος είναι ο μυθιστοριογράφος; Κάποιος που ξοδεύει τρία χρόνια για να γράψει κάτι! Ενας ποιητής, αντίθετα, είναι πάντα έρμαιο της δημιουργικής φλόγας του... Ισως γι' αυτό ο κόσμος έχει ανάγκη να με βλέπει ως ποιητή. Σας κάλυψα;».
Όχι.
«Όχι;».
Είμαστε μόνο στην αρχή.
«Καλά».
Όπως σας έδειξα, έχω έναν πάκο με ερωτήσεις.
«Ξέρετε, απλώς ανησυχούσα. Όταν τελειώνει το κρασί, σταματά και η κουβέντα... Και επειδή έχουμε μόνο δύο μποτίλιες...».
Λίντα: «Όχι, έχουμε τρεις».
Όλοι μαζί: «Ωραία, πρέπει να φτάνουν».
Το ποτό λειτουργεί ως πέπλο ψευδαίσθησης που συχνά καλύπτει την πραγματικότητα; ή μήπως, αντίθετα, αποτελεί ένα μέσο για να βλέπετε τα πράγματα με μεγαλύτερη καθαρότητα και ευκρίνεια, χωρίς παραμορφωτικούς καθρέφτες;
«Όσον αφορά εμένα, μου επιτρέπει να αποστασιοποιούμαι από τα πράγματα αλλά και να τα απολαμβάνω. Να αποκτώ πραγματικά τη συναίσθηση του πώς περνά η μία μέρα μετά την άλλη, ο ένας χρόνος μετά τον άλλο. Το να πίνει κανείς μοιάζει με... απόπειρα αυτοκτονίας που σου επιτρέπει να επιστρέφεις στη ζωή και να τη βλέπεις με άλλα μάτια. Είναι σαν να αναγεννιέσαι. Έχεις την αίσθηση ότι ζεις πολλές ζωές. Και μάλιστα ως διαφορετικός άνθρωπος. Δεν μπορώ να σας πω αν είναι καλό ή κακό. Είναι σίγουρα όμως διαφορετικό. Έτσι, π.χ., απολαμβάνω τη μία ζωή μου ως συγγραφέα και την άλλη ως πότη».
Εσείς πίνετε για να γράψετε;
«Ναι, το ποτό οπωσδήποτε βοηθά».
Είναι κάτι που σας κάνει να αισθάνεστε κοντά σε ποιητές όπως ο Βερλέν ή ο Ρεμπό; Αν και μου φαίνεται ότι ο Ρεμπό δεν είναι από τους αγαπημένους σας...
«Η ζωή αυτών των ποιητών μερικές φορές ακούγεται ενδιαφέρουσα. Δεν θα έλεγα το ίδιο και για το έργο τους. Για να είμαι ειλικρινής, οι ποιητές μού προκαλούν πλήξη. Δεν μου λένε τίποτε. Αλλά και οι συγγραφείς δεν πάνε πίσω... Σε όλη μου τη ζωή προσπαθούσα να βρω κάτι ενδιαφέρον για να διαβάσω. Είναι πολύ δύσκολο να ψάξω να βρω σ' ένα βιβλίο το "Πόλεμος και Ειρήνη", γενικά Τολστόι, Σαίξπηρ... Το υλικό σήμερα είναι σκάρτο».
Ο Διογένης έψαχνε έναν άνθρωπο, εσείς ψάχνετε ένα βιβλίο;
«Δεν τον έχει βρει, έτσι δεν είναι; Ούτε εγώ λοιπόν το βιβλίο μου. Αν και ίσως να υπήρξαν έξι-επτά βιβλία που μου άρεσαν. Αλλά κανένα που να με κάνει να πω: "Τι εξαιρετικό!". Αυτό που μου αρέσει όμως είναι οι εφημερίδες. Αρχίζω από την πρώτη σελίδα και ανακαλύπτω τόσα ενδιαφέροντα πράγματα. Αρκετές φορές παίρνω από εκεί την ιδέα για ένα διήγημα. Και αν σκεφθείτε πόσο κοστίζει μια εφημερίδα... Ενώ τα βιβλία κάνουν μια μικρή περιουσία».
Ποια ήταν ωστόσο εκείνα τα έξι-επτά βιβλία που σας άρεσαν;
«Αφήστε με να σκεφθώ... Ντοστογέφσκι, όλα του τα βιβλία. Ακόμη ένα του Λουί Φερντινό Σελίν αλλά δεν θυμάμαι τον τίτλο: "Ταξίδι στο τέλος της νύχτας" ή μήπως στο τέλος του χρόνου... Πάντοτε κάνω λάθος. Τέλος πάντων, αυτό μου άρεσε. Το πήρα μαζί μου στο κρεβάτι και δεν το έκλεισα προτού φθάσω στην τελευταία σελίδα. Και ξέρετε τι είπα; "Να ένας τύπος που γράφει καλύτερα από εμένα". Χωρίς ζήλεια, όμως, αισθανόμουν ευτυχισμένος που ανακάλυψα κάποιον πιο άξιο από εμένα».
Μα ο Σελίν έγραφε ωθούμενος από απέχθεια, μίσος. Εχετε και εσείς το ίδιο κίνητρο;
«Όχι, άλλα είναι τα δικά μου κίνητρα. Και αποστροφή και απόλαυση, αν και δεν είναι εύκολο να ονομάσεις τελικά αυτό που σε σπρώχνει στο γράψιμο. Τα συναισθήματα που σας είπα όμως είναι τα πιο συνήθη για μένα. Ουσιαστικά σε αυτό το πεδίο εξασκούμαι».
Τι σας προκαλεί αποστροφή ή χαρά;
«Περιμένετε απάντηση σ' αυτό; Αν ανακάλυπτα την αιτία, μπορεί και να μη μου συνέβαινε πια. Δεν ξέρω, δεν μου αρέσει να παίζω με τέτοιες απορίες. Παίρνω τα πράγματα όπως έρχονται και δεν παριστάνω τον φιλόσοφο».
Τι είναι στυλ, κατά τη γνώμη σας;
«Το στυλ πρέπει να υπάρχει σε καθετί με το οποίο καταπιάνεται κανείς. Στυλ είναι τα πάντα. Όταν κάποιος δεν παθιάζετε με ότι κάνει, τότε σίγουρα λείπει το στυλ».
Εννοούσα το στυλ στον τρόπο γραφής σας.
«Α, εγώ κατάλαβα στη ζωή γενικότερα».
Ίσως και να μιλάμε τελικά για το ίδιο πράγμα.
«Ακούστε, αν πονοκεφαλιάζεις να βρεις το δέντρο, τελικά χάνεις το δάσος... Αυτές τις ερωτήσεις εγώ δεν τις καταλαβαίνω».
Μα το γεγονός ότι δεν έχετε βρει τα βιβλία που ψάχνετε δεν αποτελεί ζήτημα στυλ; Δεν ήταν το στυλ τους που σας απογοήτευε;
«Ναι, βέβαια. Έγραφαν πολλά αλλά δεν έλεγαν τίποτε. Και αν έλεγαν, το έλεγαν με άσχημο τρόπο. Σπατάλη σελίδων, χαρτιού... Ήταν αλήθεια μια απογοήτευση».
Ποιοι ήταν αυτοί οι «σπάταλοι»;
«Απαριθμήστε μου μερικούς και θα κρίνω».
Νόρμαν, Μίλερ, Σαίξπηρ...
«Μη συνεχίζετε! Ο Σαίξπηρ. Τον τοποθετώ στην κορυφή της λίστας».
Από ένα κείμενο του Μπουκόφσκι:
«Όποιον και να ρωτήσετε, θα σας πει ότι δεν είμαι και πολύ καλός άνθρωπος. Δεν ξέρω τι σημαίνει αυτή η λέξη. Πάντα συμπαθούσα τους παλιανθρώπους, τους παράνομους και τα ρεμάλια... Δε τα γουστάρω εκείνα τα καλοξυρισμένα αγοράκια, με τη γραβάτα και την καλή δουλειά. Μου αρέσουν οι απελπισμένοι άνθρωποι, οι άνθρωποι με τα σπασμένα δόντια, τα σπασμένα μυαλά και τους σπασμένους τρόπους. Αυτοί με ενδιαφέρουν. Είναι γεμάτοι εκπλήξεις και εκρήξεις. Για μένα οι έκφυλοι έχουν περισσότερο ενδιαφέρον από τους αγίους. Οι αλήτες με ξεκουράζουν, γιατί και ‘γω αλήτης είμαι. Δε γουστάρω τους νόμους, τη θρησκεία, την ηθική και τους κανόνες.
Δε γουστάρω να με φορμάρει η κοινωνία στα μέτρα της...»
ξέρω πως δεν θα έπρεπε να γράφω
τόσο πολλά ποιήματα αλλά
με διασκεδάζει και το ΑΠΙΣΤΕΥΤΟ είναι πως
πληρώνομαι γι' αυτό.
ζω μόνος μου σε τούτο το μεγάλο
σπίτι με δυο γάτες (ήταν τρεις,
η μια πέθανε) εξάλλου,
ας είμαστε ρεαλιστές,
στην ηλικία μου μπορεί
κάλλιστα να πεθάνω
πάνω στο ξενύχτι
αφού θα έχω γράψει δέκα
έντεκα ποιήματα . κι εδώ
πέφτει το μεγάλο γέλιο: προτού
πέσω για ύπνο τακτοποιώ
τα καινούρια ποιήματα
στη γωνιά του γραφείου μου ούτως ώστε
όταν γίνει αβάσταχτη η βρώμα
κι αρχίσουν να παραπονιούνται
οι γείτονες ή όταν πάρει
τηλέφωνο η ερωμένη μου κι εγώ
δεν το σηκώσω μια, δεν το σηκώσω δυο, δεν το σηκώσω
τρεις...
να βρεθούν τα ποιήματα.
όχι πως ο θάνατος μου θα 'ναι τραγικός
ή ασήμαντος
(δεν θα βρίσκομαι καν
εδώ)
αλλά τα ποιήματα
θα τους δείξουν
(σ' αυτούς τους γκρινιάρηδες
κακομοιριασμένους κριτικούς)
πως ήμουν καλός μέχρι τέλους
ή
ίσως
ακόμα
καλύτερος.
από τη συλλογή: να περιφέρεσαι στην τρέλα
εκδώσεις: ηλέκτρα
μετάφραση: Σώτη Τριανταφύλλου
Μας έλεγαν θα νικήσετε όταν εγκαταλείψετε τη ζωή σας.
Εγκαταλείψαμε τη ζωή μας και βρήκαμε τη στάχτη…
Βρήκαμε τη στάχτη. Μένει να ξαναβρούμε τη ζωή μας ,
Τώρα που δεν έχουμε πια τίποτα…
Γ. Σεφέρης.
Ηρώδειο:
Η υγρή ψυχή των ψηφοφόρων
Ελαύνεται εις πάθος
Φταίνε οι τόνοι της «Ποιμενικής»
(για ό,τι γράφω—γράψε λάθος
αν λάβει γνώση ο ανακριτής)
Φτηνές εσθήτες, λιλιά λοφία,
χοντρές κυρίες που έχουν γνώμη,
στολές—γαλόνι.
Πρώτες σειρές—
Συγκαταφάσκουσα μπουρζουαζία.
“Αν είχα θάρρος κι ένα μπετόνι…
«Μα τι σας φταίει η κοινωνία ; !»
Τα σπίρτα κρύβω—
πρέπει να στρίβω
με υποπτεύονται για α ν α ρ χ ί α.
Κωνσταντίνος Σοφιανός 1945 (!!!)
Θα φύγω με τα πόδια στις Ινδίες
κι ίσως να πάω ακόμη πιο μακριά,
σ’ όσους ρωτάνε «που πηγαίνεις;» θ’ απαντάω:
«ψάχνω μια κόλαση μα σάρκα και οστά».
«εδώ δεν έχει πια που να πατήσεις»
παντού μερμήγκια, σαύρες και σκορπιοί,
στη θάλασσα παραμονεύουνε κονσέρβες
κι οι τροχονόμοι γίναν δύτες κι ηθοποιοί.
Μετά το ματς γυρνούν όλοι στο σπίτι τους και τρώνε,
Κοιτάζουν στην τηλεόραση τον πόλεμο μακριά,
Οι γλάστρες τους μαραίνονται καθώς αυτοί κοιμώνται,
Μες στο ψυγείο κάθεται ο διάολος και γελά.
Φυτρώσανε στους τάφους ναύλoν άνθη
κι οι αστυνόμοι δέρνουν τον κρατούμενο λυτό,
όλα επιτρέπονται—ακόμη και τα άγχη
μπροστά στο μνήμα του Λευτέρη δάκρυα από μπετόν.
Απ’ ώρα σε ώρα θα συλλάβουνε κι εμένα,
ίσως γιατί θα ξέχασα να βάλω το μπριλκρήμ,
μπροστά στη λάμπα αν με ρωτήσουνε «ποιος είσαι;»
θα πω πως είμαι το πανίσχυρο το Βιμ.
Κι έτσι θα φύγω με τα πόδια στις Ινδίες
κι ίσως να πάω ακόμη πιο μακριά,
σ’ όσους ρωτάνε «που πηγαίνεις;» θ’ απαντάω:
«ψάχνω μια κόλαση με σάρκα και οστά».
Χρήστος Ν. Βαλαβανίδης 1944 (!!!!!!)
ΠΡΕΒΕΖΑ
Θάνατος είναι οι κάργες που χτυπιούνται
στους μαύρους τοίχους και τα κεραμιδιά,
θάνατος οι γυναίκες που αγαπιούνται
καθώς καθαρίζουνε κρεμμύδια.
Θάνατος οι λεροί ασήμαντοι δρόμοι
με τα λαμπρά μεγάλα ονόματα τους,
ο ελαιώνας, γύρω η θάλασσα, κι ακόμη
ο ήλιος θάνατος μες τους θανάτους.
Θάνατος ο αστυνόμος που διπλώνει,
για να ζυγίσει μια «ελλιπή» μερίδα,
θάνατος τα ζουμπούλια στο μπαλκόνι
κι ο δάσκαλος με την εφημερίδα.
Βάσις, Φρουρά, Εξηκονταρχία Πρεβέζης,
Την Κυριακή θ’ ακούσουμε τη μπάντα.
Επήρα ένα βιβλιάριο τραπέζης,
Πρώτη κατάθεσις δραχμαί τριάντα.
Περπατώντας αργά στην προκυμαία,
«υπάρχω» λες κι ύστερα «δεν υπάρχεις!»
φτάνει το πλοίο. Υψωμένη σημαία.
Ίσως έρχεται ο κύριος Νομάρχης.
“Αν τουλάχιστον, μες τους ανθρώπους
αυτούς, ένας επέθαινε από αηδία…
σιωπηλοί, θλιμμένοι, με σεμνούς τρόπους,
θα διασκεδάζαμε όλοι στην κηδεία.
Κώστας Καρυωτάκης
ΒΑΡΚΑΡΟΛΑ
Κυριακή. Σ’ ένα βαπόρι
Στριμωχτήκαν μπουρζουάδες.
Ξεφωνίζει κάθε αγόρι,
Ξεμυξίζουν οι μαμάδες.
Τα σκυλιά δε λογαριάζουν
Ο Σηκουάνας που ‘χει πνίξει,
Δε φοβούνται, διασκεδάζουν
Την ευγενική τους πλήξη.
«Ω, τι ζέστη, θεέ μου, βράζει!»
βεβαιώνουν οι κυρίες
κι επιπόλαιες και γελοίες,
ξεκουμπώνοντας με νάζι
τα χυδαία ντεκολτέ τους
διευκολύνουν τους εμετούς.
Laurent Tailhade σε μετάφραση Καρυωτάκη
Ώρε φιλάρα!
Στο τηλέφωνο δε λέγονται…
Άμα κατέβεις από δω
θα σου δείξω κάτι μεγάλα φτερά που μου φυτρώσανε
θα σου δείξω
πόσο ανάλαφρα πέταγα
πηγαίνοντας στην απαγορευμένη συγκέντρωση
γιατί σφύριζε στο χέρι μου
μια βαριά αλυσίδα
Κατερίνα Γώγου
Ο ΤΡΟΠΟΣ ΜΕ ΤΟΝ ΟΠΟΙΟ ΘΑ ΣΥΜΒΕΙ
ΜΕΣΑ ΣΕ ΜΙΑ ΚΟΝΣΕΡΒΑ ΡΟΔΑΚΙΝΑ
Να πεθάνεις με τις μπότες,
Καθώς γράφεις ποιήματα,
Δεν είναι τόσο ένδοξο,
Όσο να τρέχεις καβάλα σε άλογο
Στους δρόμους του Μπρόντγουευ,
Με έναν δυναμίτη στο στόμα.
Όμως τίποτε από τα δύο δεν προσθέτει
Στο άθροισμα των πλανητών.
Το άλογο ήταν σκούρο,
Το όνομα:
Σάντσεθ ή Καντίνσκι,
Η θερμοκρασία 30 υπό σκιά
Και τα παιδιά επέμεναν να τσιρίζουν:
Γουρούνι, γουρούνι,
Κουραστήκαμε,
Πέτα μας στην κόλαση.
Charles Bukowski.
Τι χάνω εγώ τις μέρες μου
τη μια κοντά στην άλλη,
κι όπως μου ασπρίζουν τα μαλλιά
ξινίζει το κρασί,
αφού μονάχα όταν περνώ
το βλέμμα από το κρουστάλλι,
με νέα ρετσίνα ολόγεμο,
βλέπω τη ζωή χρυσή;
Κ.Καρυωτάκης
Όλα τα ποιήματα αυτής της "άτυπης" ανθολογίας (εκτός από αυτά της Γώγου και του Μπουκόφσκι), περιέχονται στο "Κώστας Καρυωτάκης - Ποιήματα και Πεζά" που επιμελήθηκε ο Γ.Σαββίδης 1η έκδοση 1972 ΕΚΔΟΤΙΚΗ ΕΡΜΗΣ και έπειτα το 1993 από τις εκδόσεις "ΕΣΤΙΑ".
Το μουσικά κομμάτια που ακολουθούν, είναι
1. η μελοποίηση του "Βαρκαρόλα" από τους "Ωχρά Σπειροχαίτη"
2. Η Πρέβεζα του Καρυωτάκη από τον Θανάση Γκαϊφύλλια και μουσική του Γιάννη Γλέζου
Έπινε κρασί όλη νύχτα, τη νύχτα της 28ης
και τη σκεφτόταν συνεχώς:
πώς περπατούσε, πώς μιλούσε κι αγαπούσε,
πώς του ‘λεγε όλα όσα μοιάζαν γι’ αληθινά
κι όμως δεν ήταν. ‘Ηξερε
τα χρώματα των φορεμάτων της ένα προς ένα,
τα χρώματα των παπουτσιών της -
το ύψος, την καμπύλη του κάθε τακουνιού
σαν και το πόδι που είχε πια
στο σχήμα τους πλαστεί.
Όταν γύρισε στο σπίτι εκείνη έλειπε πάλι.
Θα ερχόταν, όπως πάντα, μ’ αυτή τη γνωστή μυρωδιά,
κι όντως
ήρθε στις 3 το πρωί
βρομώντας σαν γουρούνα,
κι εκείνος
άρπαξε το χασαπομάχαιρο,
κι εκείνη ούρλιαξε
κολλώντας στο ρημαγμένο τοίχο -
κάπως όμορφη ακόμη
παρ’ όλη την μπόχα των ερώτων,
κι εκείνος τέλειωσε το ποτήρι του.
Το κίτρινο φουστάνι.
Το αγαπημένο του κίτρινο φουστάνι,
κι εκείνη ούρλιαξε ξανά.
Σήκωσε το μαχαίρι,
έλυσε την ζώνη του,
έσκισε τα πανιά, κι εκεί
μπροστά της,
έκοψε τ’ αρχίδια του.
Τ’ άρπαξε στο χέρι
σαν βερύκοκα,
τα ‘ριξε στη λεκάνη του μπάνιου
και τράβηξε το καζανάκι.
Εκείνη συνέχισε να ουρλιάζει
καθώς το δωμάτιο κοκκίνιζε.
ΤΙ ΕΚΑΝΕΣ; ΤΙ ΕΚΑΝΕΣ; ΘΕΕ ΜΟΥ!
Κι εκείνος κάθισε κρατώντας 3 πετσέτες
ανάμεσα στα σκέλια του·
χωρίς να νοιάζεται αν θα φύγει,
αν θα μείνει,
αν φοράει πράσινα ή κίτρινα,
αν είναι καν ντυμένη.
Με το ένα χέρι να κρατά τις πετσέτες
και με το άλλο να βάζει
ακόμα ένα ποτηράκι.
ΜΠΥΡΑ
Ούτε που ξέρω πόσες μπύρες
έχω κατεβάσει
περιμένοντας να γίνει
κάτι της προκοπής.
Ούτε που ξέρω πόσο κρασί, πόσο ουίσκι,
πόση μπύρα
- μπύρα ιδίως -
έχω κατεβάσει.
Χωρίζοντας με γυναίκες,
περιμένοντας το χτύπημα του τηλεφώνου,
περιμένοντας τον ήχο βημάτων·
και το τηλέφωνο να μη χτυπά
παρά μονάχα όταν είναι πια αργά
και τα βήματα να μη φτάνουν
παρά μονάχα όταν είναι πια αργά.
Όταν κοντεύει το στομάχι να μου βγει
από το στόμα,
έρχονται, φρέσκιες-φρέσκιες, σαν ανοιξιάτικα λουλούδια:
“Μα τι στο διάολο έχεις πάθει;
Έτσι που έγινες θα κάνεις
τρεις μέρες να με γαμήσεις!”
Τα θηλυκά κρατιούνται καλά.
Ζουν επτάμισι χρόνια παραπάνω
από τ’ αρσενικά και πίνουν ελάχιστη μπύρα
μιας και ξέρουν πως κάνει κακό
στη σιλουέτα.
Την ώρα που εμείς τρελαινόμαστε,
εκείνες γυρίζουν,
γελώντας, χορεύοντας
με σκληροτράχηλους καμπόυδες.
Πάει καλά! Υπάρχει και η μπύρα.
Κάργα σακούλες μ’ άδεια μπουκάλια,
κι όταν τραβήξεις κανένα,
τ’ άλλα πέφτουν απ’ το βρεγμένο πάτο
της χαρτοσακούλας,
κατρακυλώντας,
χτυπώντας,
αδειάζοντας γκρίζες στάχτες, νοτισμένες,
κι αποπίματα.
Ή πάνε και πέφτουν στις 4 το πρωί,
κάνοντας το μόνον ήχο
της ζωής σου.
Μπύρα.
Θάλασσες, ποτάμια μπύρα.
Μπύρα, μπύρα, μπύρα.
Το ράδιο παίζει ερωτικά
τραγουδάκια
καθώς το τηλέφωνο σιωπαίνει ακόμα,
πάνω-κάτω
και παντού
μονάχα μπύρα
(Charles Bukowski - Η αγάπη είναι ένας σκύλος από την κόλαση. Μετάφραση ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΠΛΑΝΑΣ)
ο Tom Waits διαβάζει Bukowski
ο Λάκης Παπαδόπουλος μελοποιεί Bukowski
Απο τον δίσκο Άκυρο 1982
Ένα αποχαιρετιστήριο πράγμα καθώς ανάσαινε,
κατέβαινε στο χωλ με εσώρουχα
με μπογιατισμένο πρόσωπο σαν παλιάτσος,
μια βόμβα από την Κολωνία
στη δεξιά του τσέπη
'μια εποχή στην Κόλαση' στην αριστερή,
λουρίδες ηλιοβασιλέματος σαν ίνες φλαμουριάς
εξαντλούσαν τα μπράτσα του.
Και τον βρήκανε το πρωϊ κρεμασμένο
στης εξόδου κινδύνου το παράθυρο
πρόσωπο παγωμένο και σβησμένο
σαν ηλεκτρική λάμπα
Και τα σπουργίτια ήταν κάτω στα θάμνα
και γνώριμα τα σπουργίτια
δεν τραγουδούν, βγάζουν ήχο και βγάζουν ήχο
και ... οι άνθρωποι
όχι τα σπουργίτια
τον κατέβασαν από τη σκάλα
σαν άχρηστη κουκουβάγια
και σε χιλιάδες δωμάτια οι εραστές πλαγιάζουν μαζί
και χάνονται σε μια αρρωστημένη γαλήνη
Δεν μπορούμε να ξυπνήσουμε;
Πρέπει να είμαστε αγαπημένοι
και να πεθάνουμε
στον ύπνο μας!
Charles Bukowski
Το παραπάνω ποίημα του CharlesBukowski, δεν το βρήκα σε κάποια ελληνική μετάφραση, αλλά ούτε και το πρωτότυπο κατάφερα να βρω, καθώς τα βιβλία του με ποίηση (στα αγγλικά) ξεπερνούν τα 50.
Ως μοναδική πηγή έχω την ταινία Ιταλικής παραγωγής talesofordinarymadness (1981) του MarcoFerreri, που είναι βασισμένη στο ομώνυμο βιβλίο (ερωτικές ιστορίες καθημερινής τρέλας – εκδόσεις: Οδυσσέας, μετάφραση: Χρύσα Τσαλικίδου), που όμως, στο συγκεκριμένο βιβλίο, δεν εμπεριέχεται το ποίημα αυτό.
Το μετέφερα όπως το βρήκα από τους ελληνικούς υπότιτλους της ταινίας. Ούτε τον μεταφραστή γνωρίζω, ούτε ιταλικά. Έτσι λοιπόν, δεν έχω ούτε τον τίτλο του ποιήματος, ούτε οποιαδήποτε άλλη πληροφορία.
Όποιος γνωρίζει οποιαδήποτε πληροφορία γι’ αυτό το ποίημα, ας τη μοιραστεί μαζί μας.