Τρίτη, 27 Σεπτεμβρίου 2011

Μακρύ ζεϊμπέκικο για το Νίκο Κοεμτζή - Δ. Σαββόπουλος



Μουσική/Στίχοι: Σαββόπουλος Διονύσης
(από την εποχή που ήταν ακόμα καλός ο Νιόνιος κι έγραφε ωραία)




Λοιπόν μολύβι και χαρτί, η απόγνωση άνοιξε λαγούμι.
Στοές που χώθηκαν με λάμψεις μαχαιριού σε ποιο στενό κελί;
Ψηλά με πέπλα αίματος, χλιμίντριζε η Σελήνη
-Δεν έχει ελπίδα, ελευθερία δεν ζητά, αλλά δικαιοσύνη-

Γεννήθηκε σ' ένα λασπότοπο, κοντά στην Κατερίνη.
Σκιές με λάμπες θυέλλης που γλιστρούν στου Άδη το πανί.
Ο Νίκος ήταν ο πρωτότοκος, τον άλλον λέγαν Δημοσθένη...
Βουβός δεσμός, εικόνα παιδική, σε άλλο χρόνο αναφλεγμένη.

Ο γέρος του είχε κρυψώνα το βουνό απ' το σαράντα πέντε
κι οι χωρικοί απ' τον φόβο των αρχών μακραίναν κι απ' τον γιο.
Κι αυτός τους έβλεπε στρωμένους στην δουλειά και μέσα του άναβε η μανία
του στριμωγμένου ανάμεσα στο πλήθος και την αστυνομία.

Ώσπου μια μέρα χωρίς αποσκευή, τσουλώντας της τρύπας του την ρόδα
κυλάει απ' την Μακεδονία ως εδώ, κι ακόμα που θα βγει;
Θα φεύγει πάντα για το άστρο που δεν φτάνει καμιά αστυνομία,
για τους φυγάδες αυτός ο ουρανός είν' η παρανομία.

Νίκο, αγγίζω το στοιχειό σας
Νίκο, μες τον υπόκοσμο της γλώσσας

Δυο καταδίκες, έξι χρόνια για κλοπή, τον είδα όταν βγήκε.
Κρατούσε πλέον μιαν απόσταση απ' την τρέλα, όχι για να σωθεί,
αλλά για να την σώσει, αν μ’ εννοείς· να, λόγου χάρη, ήθελε γάμο
και τότε τού 'παν «έλα σε μας για να προδώνεις». Δεν δέχθηκε στιγμή!

Κι απ' την βαθειά των υπογείων τους την λύσσα, κατέφυγε στην επαρχία,
μα όπου κι αν πήγε, το σήμα είχε σταλεί, στην Σαλονίκη τον τσακίσαν.
Σχεδόν τρεκλίζοντας ξανάρθε στην Αθήνα, και τότε πιάσαν την μνηστή του·
της είπαν λόγια, βοηθήσαν κι γονείς, ώσπου διέκοψε μαζί του.

Κι ωστόσο ζούσε τελείως σοβαρός, υπνοβατώντας σ' ένα κράτος
που θριαμβεύει με μιαν ατέλειωτη στριγκλιά -διαφυγή καμιά-
κρατώντας μόνο μια κρυφήν αναπνοή, των μπουζουξίδικων το γκέτο,
βαθιά εικόνα, που η έκσταση εκεί ακόμα λειτουργεί.
«Ν' ακούω,» έλεγε, «τα λόγια, την φωνή, και τ' αδελφάκι μου υψωμένο
να το κοιτάω στον χορό του μοναχό, και κάτι να παθαίνω»

Νίκο, σκυλάδικο Σαββάτο
Νίκο, σπασίματα γεμάτο

«Παραγγελιά», και περιμέναν καθισμένοι, και τα ηχεία το αναγγείλαν
κι όλα τα όργανα συλλάβαν το σκοπό για το χορό του Δημοσθένη.
Καθώς ανέβαινε, η πίστα ήταν γεμάτη, ακούστηκε να ουρλιάζει:
«Παραγγελιά!» γιατί το είδε το κακό με δρασκελιές να πλησιάζει.

Η πίστα άδειασε, μονάχα δυο αστυνόμοι, χορεύαν, γυρνώντας του την πλάτη.
Τότε τους έσπρωξε ο μικρός με μια στριγκλιά, «Δικό μου το κομμάτι!»
Τον ρίξαν κάτω σε γυαλιά κομματιασμένα, ξεφώνιζε όπως τον εσέρναν.
Σαν ένα φιλμ ιλιγγιώδες η ζωή τους, του Νίκου έκαψε τα φρένα.

Έξω απ' την τρέλα δεν είχε κάτι να πιαστεί, γιατί του το 'χαν διαλύσει.
Κατρακυλάει στον προβολέα των σκοταδιών του, στην φρικαλέα ατραξιόν του
με τόση βία που είναι αδύνατον να πω, τι έγινε εκεί κάτου.
Το δράμα όλο συντελέστηκε θαρρώ, στον χώρο του αοράτου.

Στον εαυτό του είπε «Νίκο, συγκρατήσου» τραβώντας κιόλας το λεπίδι.
Τον πρώτο που την έφαγε τον είδαν με μια ταυτότητα να σκύβει.
Σφαχτήκαν τρεις, μαχαίρωσε άλλους έξι, φωνές: «Ανοίχτε, θα μας σφάξουν!»
Τραβώντας έξω τον μικρό παραμιλούσε: «Εσένα δεν θα σε πειράξουν…»

Νίκο, σόι αλλοπαρμένο
Νίκο, τι έχεις καμωμένο

Μετά κατέφυγε στο σπίτι ενός γνωστού, μα ένιωσε ότι θα τον δώσουν
«Θα φύγω,» είπε, «με μια βάρκα ν' ανοιχτώ, φουρτούνες να με πνίξουν.
Να τρελαθούνε, που Νίκο να γυρεύουν, και Νίκο να μην βρίσκουν!»
Μα όπως βγήκε τους είδε σαν βαλέδες, ο ένας με τις χειροπέδες.

Τον εκυκλώσαν, βγαίναν απ’ τα γύρω μέρη, κρεμόταν η ζωή του
από ένα νήμα που δεν θα 'δινε σ' αυτούς, και πέταξε μαχαίρι.
Να αναγκαστούν να τον σκοτώσουν οι αστυνόμοι, μα εκείνοι τού 'ριχναν στα πόδια.
Σερνόταν κι έβριζε ώσπου ένας ταβερνιάρης, του 'δωσε μια με ένα καδρόνι...

Η δίκη του έγινε τον άγριο Νοέμβρη, το ένιωθε άραγε κι εκείνος;
Ο Τύπος πάντως τον πρόβαλε ανοιχτά σαν αιμοβόρο κτήνος.
Τα ίδια λέγαν και πολλοί προοδευτικοί· παράξενο δεν ήταν:
η σύμβασή τους διαισθάνθηκε σ' αυτόν, μιαν άλλη απειλή.

Το 'παν επίσης λαϊκοί ένα σωρό, στον συνεργάτη ενός εντύπου,
μα ο Μπιθικώτσης τον διώχνει και του λέει: «Πού να σου εξηγώ…»
Δεν είχε μάρτυρες εκτός τ' αφεντικό και τη νοικοκυρά του.
Οι δικηγόροι λέγαν ανώμαλη ψυχή, κοιτάξτε τα χαρτιά του.

Νίκο, χωριό συσκοτισμένο
Νίκο, ποιοι σ' έχουν κυκλωμένο;

Ο ίδιος ξέγραψε απ' αρχής τον εαυτό του, το είπε: «Πρέπει να πεθάνω!»
Μπήκε στον κόπο δηλαδή των δικαστών, μα αυτοί δεν μπήκαν στον δικό του.
Καθώς διηγόταν την ζωή του [σε κουφούς], θαρρούσα δεν θ' αντέξω.
[Το δικαστήριο λειτουργούσε μέσα εκεί, μα η δικαιοσύνη ήταν απ' έξω.]

Στα γράμματά του από την φυλακή, ο βίος δεν διαφέρει·
ασφυκτιούσε σαν ζώο μυθικό, εδώ όσο κι εκεί.
Μην είναι τάχα ένα ρίγος παραπέρα, που δείχνει απόσταση απ’ το δράμα
και μεταφέρει σαν ιπτάμενο ένα θαύμα, της δικαιοσύνης την γαλέρα;

Η τέχνη μου έζησε παράξενες στιγμές, και από δίκιο ξέρει.
Τα κίνητρά του δεν ήταν ταπεινά, τον βλέπω σε αργές στροφές
σαν μια Θεότητα που λύει τον πανικό της και διαστέλλεται ξεσπώντας
στ' ανυποψίαστα μπουλούκια του γλεντιού, που βιάζουν το άσυλό της.

Η ουρά που αυξαίνει φτύνοντάς τον ας λυσσάει, με τον ζουρλομανδύα
και με τα ηλεκτροσόκ να τον κλονίσει, θα λάβει ότι της αξίζει
στους λαβυρίνθους του εφιάλτη οδηγημένη, αιώνια, δίχως σωτηρία,
στην τακτική δουλεία του δικαστή, που δεν καταλαβαίνει.

Νίκο, ποτέ δεν θα 'ναι έτσι.
Νίκο, είν' η αρρώστια που μας σώζει
καθώς σε φέρνει πιο μακριά κι απ' το κελί σου,
Νίκο, στον ουρανό της μουσικής σου.



Περισσότερα: http://www.musicheaven.gr/html/modules.php?name=News&file=article&sid=1006#ixzz1Z9vOvlVl

Σάββατο, 24 Σεπτεμβρίου 2011

Θέλω να κουβεντιάσω... Κατερίνα Γώγου






Θέλω να κουβεντιάσω σ' ένα καφενείο
που να 'χει πόρτα ανοιχτή
και να μην έχει θάλασσα
μονάχα άντρες άνεργους
σκόνη με ήλιο και σιωπή
να μπαίνει ο ήλιος στο κονιάκ
κι η σκόνη μαζί με τα τσιγάρα στα πλεμόνια μας
και ας μην πάρουμε και σήμερα βρε αδερφέ
προφύλαξη για την υγεία μας
κι ούτε να δίνεις συμβουλές
το πως το κατεβάζω έτσι
και πως σκορπιέμαι έτσι
και να αφήσεις ήσυχα στα μούτρα
τις μπογιές τις μύξες και τα κλάματα
να τρέξουνε.
Μονάχα να κοιτάζεις ήρεμα
τα νύχια τα μαλλιά μου και τα χρόνια
που 'ναι βρώμικα
και 'γω
να μη δίνω φράγκο για όλα αυτά.
Μόνο το κόμμα, το χριστουλάκο τους
γιατί δε φτιάχτηκε το κόμμα τόσα χρόνια
και 'συ να 'σαι φίλος. Φίλος-φίλος
έτσι όπως το λέει ο Καζαντζίδης
και το κονιάκ να 'ναι σκατά
και εργολάβος πουθενά δε φάνηκε
έχει δωμάτιο για παράνομους
πάνω απ' το καφενείο
θα σου τα ρίξω σε μια δόση
το συνηθίζω άμα μεθάω - έτσι για να σε λιανίσω -
να σε δω χωρίς βρακί να δούμε τι θα κάνεις
εσύ όμως λέει δεν θα 'σαι απ' αυτούς
θα σηκωθείς και θα χορέψεις παραγγελιά
...βεργούλες και με δείρανε...
και θα κρατάς στις χούφτες σου
μ' αγάπη και με προσοχή το μυαλό μου
είναι έτοιμο να διαλυθεί στα χίλια. Με πονάει.
Κι όταν
έρθουνε να σου πουν
εδώ δεν είναι
τόπος
και χρόνος
για τέτοια πράγματα
τράβηξε τη φαλτσέτα και θέρισε.
(Είχανε δίκιο οι Κοεμτζήδες.)




Επιτέλους - Μπουκόφσκι



Κάθομαι εδώ
μέσα στη μαύρη νύχτα
καθώς καταφθάνει ένα ακόμα ποίημα
και λέει: περίμενε, στάσου,
δες με να κόβω βόλτες όλο καμάρι
πάνω στη σελίδα γράμμα γράμμα
σαν τις γάτες σου
πάνω στο καπό του αυτοκινήτου σου.
δες με, να ‘μαι πάλι
στο δρόμο για το Μέξικο και Ιάβα
ή μέσα στο στομάχι σου.
περίμενε λίγο ακόμα
γι’ αυτό υπάρχουν κάτι τέτοιες νύχτες
για μένα
για να σε ελέγχω
να σε κρατάω αιχμάλωτο
εκεί μπροστά
εκεί στην οθόνη που αστραποβολά.
Θα κάνεις ό,τι θέλω εγώ
γιατί εγώ σε γράφω
όχι εσύ εμένα.
πάντα έτσι ήταν.
πάντα έτσι θα ‘ναι.
είμαι το τελευταίο ποίημα της νύχτας
κι ύστερα
όταν θα κοιμάσαι στο διπλανό δωμάτιο
μες το σκοτάδι
θα με ξεχάσεις
θα ξεχάσεις τα πάντα.
εσύ με το ηλίθιο στόμα σου ανοιχτό
θα ροχαλίζεις
θα κοιμάσαι βαριά
κι εγώ θα είμαι εκεί
θα περιμένω, αθάνατο
κι όταν πεθάνεις
και κοκκινίσει ο μαύρος ουρανός
για χάρη σου
-μια τελευταία φορά-
τα ηλίθια κόκαλά σου
δεν θα ‘ναι πια
παρά μονάχα σκόνη
ενώ εγώ θα συνεχίσω να ζω.



μετάφραση: Σώτη Τριανταφύλλου
ποιητική συλλογή: Να περιφέρεσαι στην τρέλα
εκδόσεις: Ηλέκτρα


Μικρή ανθολογία ποίησης των δικών μου "καταραμένων"


«ΠΟΙΗΤΕΣ»

στον Κώστα Καρυωτάκη

Ω, δε χωρεί αμφισβήτηση, ποιητές
είμαστε εμείς με κυματίζουσα την κόμη
--έμβλημα αρχαίο καλλιτεχνών--και χτυπητές
μάθαμε φράσεις ν’ αραδιάζουμε κι ακόμη

μια ευαισθησία μας συνοδεύει υστερική,
που μας πικραίνει ένα χλωμό, σβησμένο  φύλλο,
μακριά ένα σύννεφο μαβί.  Χιμαιρική
τη ζωή μας λέμε και δεν έχουμε ένα φίλο.

Μένουμε πάντα σιωπηλοί και μοναχοί,
όμως περήφανα στα βάθη μας κρατούμε
το μυστικό μας θησαυρό, κι όταν ηχεί
η βραδινή καμπάνα ανήσυχα σκιρτούμε.

Θεωρούμε ανίδεους, ανάξιους κι ευτελείς
γύρω μας όλους, κι απαξιούμε μια ματιά μας
σ’ αυτούς να ρίξουμε, κι η νέα σελίς
το θρήνο δέχεται του ανούσιου έρωτα μας.

Για μας ο κόσμος όλος μόνο είμαστε ‘μείς
και τυλιγόμαστε, μανδύα μας, ένα τοίχο.
Μ’ έπαρση εκφράζουμε τα πάθη της στιγμής
σ΄ έναν—με δίχώς χασμωδίες—μουσικό στίχο.

Γύρω μας κι άλλοι κι αν πονούν κι αν δυστυχούν,
κι  αν τους λυγίζει, αν τους φλογίζει η αδικία—
ω, τέτοια θέματα πεζά ν’ ανησυχούν
τους αστρικούς μας στοχασμούς, είναι βλακεία.
Γ. Ρίτσος




Μπουσουλάει η γενιά μου με τους ναρκωτικούς
επιδέσμους στο υπερκόσμιο τούνελ,
λυγίζει η σιδερένια της θέληση…
μουχλιάζουν οι ποιητές στα καλάθια αχρήστων.
Γενιά μου ανάπηρη κοίτα σε μένα
την κατάντια σου σα σε καθρέφτη και
χειρονόμα όπως εγώ, με δίχως χέρια
δίχως ελπίδα δίχως αύριο.
Λευτέρης Πούλιος (1944)



Μας έλεγαν θα νικήσετε όταν υποταχτείτε.
Υποταχτήκαμε και βρήκαμε τη στάχτη.
Μας έλεγαν θα νικήσετε όταν αγαπήσετε.
Αγαπήσαμε και βρήκαμε τη στάχτη.
Μας έλεγαν θα νικήσετε όταν εγκαταλείψετε τη ζωή σας.
Εγκαταλείψαμε τη ζωή μας και βρήκαμε τη στάχτη…

Βρήκαμε τη στάχτη. Μένει να ξαναβρούμε τη ζωή μας ,
Τώρα που δεν έχουμε πια τίποτα…
Γ. Σεφέρης.



Ηρώδειο:
Η υγρή ψυχή των ψηφοφόρων
Ελαύνεται εις πάθος
Φταίνε οι τόνοι της «Ποιμενικής»
(για ό,τι γράφω—γράψε λάθος
αν λάβει γνώση ο ανακριτής)

Φτηνές εσθήτες, λιλιά λοφία,
χοντρές κυρίες που έχουν γνώμη,
στολές—γαλόνι.
Πρώτες σειρές—
Συγκαταφάσκουσα μπουρζουαζία.
“Αν είχα θάρρος κι ένα μπετόνι…
«Μα τι σας  φταίει η κοινωνία ; !»

Τα σπίρτα κρύβω—
πρέπει να στρίβω
με υποπτεύονται για  α  ν  α  ρ  χ  ί  α.
Κωνσταντίνος Σοφιανός 1945 (!!!)




Θα φύγω με τα πόδια στις Ινδίες
κι ίσως να πάω ακόμη πιο μακριά,
σ’ όσους ρωτάνε «που πηγαίνεις;» θ’ απαντάω:
«ψάχνω μια κόλαση μα σάρκα και οστά».

«εδώ δεν έχει πια που να πατήσεις»
παντού μερμήγκια, σαύρες και σκορπιοί,
στη θάλασσα παραμονεύουνε κονσέρβες
κι οι τροχονόμοι γίναν δύτες  κι ηθοποιοί.

Μετά το ματς γυρνούν όλοι στο σπίτι τους και τρώνε,
Κοιτάζουν στην τηλεόραση τον πόλεμο μακριά,
Οι γλάστρες τους μαραίνονται καθώς  αυτοί κοιμώνται,
Μες στο ψυγείο κάθεται ο διάολος και γελά.

Φυτρώσανε στους τάφους ναύλoν άνθη
κι οι αστυνόμοι δέρνουν τον κρατούμενο λυτό,
όλα επιτρέπονται—ακόμη και τα άγχη
μπροστά στο μνήμα του Λευτέρη δάκρυα από μπετόν.

Απ’ ώρα σε ώρα θα συλλάβουνε κι εμένα,
ίσως γιατί θα ξέχασα να βάλω το μπριλκρήμ,
μπροστά στη λάμπα αν με ρωτήσουνε «ποιος είσαι;»
θα πω πως είμαι το πανίσχυρο το Βιμ.

Κι έτσι θα φύγω με τα πόδια στις Ινδίες
κι ίσως να πάω ακόμη πιο μακριά,
σ’ όσους ρωτάνε «που πηγαίνεις;» θ’ απαντάω:
«ψάχνω μια κόλαση με σάρκα και οστά».
Χρήστος Ν. Βαλαβανίδης 1944 (!!!!!!)


ΠΡΕΒΕΖΑ

Θάνατος είναι οι κάργες που χτυπιούνται
στους μαύρους τοίχους και τα κεραμιδιά,
θάνατος οι γυναίκες που αγαπιούνται
καθώς καθαρίζουνε κρεμμύδια.

Θάνατος οι λεροί ασήμαντοι δρόμοι
με τα λαμπρά μεγάλα ονόματα τους,
ο ελαιώνας, γύρω η θάλασσα, κι ακόμη
ο ήλιος θάνατος μες τους θανάτους.

Θάνατος ο αστυνόμος που διπλώνει,
για να ζυγίσει μια «ελλιπή» μερίδα,
θάνατος τα ζουμπούλια στο μπαλκόνι
κι ο δάσκαλος με την εφημερίδα.

Βάσις, Φρουρά, Εξηκονταρχία Πρεβέζης,
Την Κυριακή θ’ ακούσουμε τη μπάντα.
Επήρα ένα βιβλιάριο τραπέζης,
Πρώτη κατάθεσις δραχμαί τριάντα.

Περπατώντας αργά στην προκυμαία,
«υπάρχω» λες κι ύστερα «δεν υπάρχεις!»
φτάνει το πλοίο. Υψωμένη σημαία.
Ίσως έρχεται ο κύριος Νομάρχης.

“Αν τουλάχιστον, μες τους ανθρώπους
αυτούς, ένας επέθαινε από αηδία…
σιωπηλοί, θλιμμένοι, με σεμνούς τρόπους,
θα διασκεδάζαμε όλοι στην κηδεία.
Κώστας Καρυωτάκης



ΒΑΡΚΑΡΟΛΑ

Κυριακή. Σ’ ένα βαπόρι
Στριμωχτήκαν μπουρζουάδες.
Ξεφωνίζει κάθε αγόρι,
Ξεμυξίζουν οι μαμάδες.

Τα σκυλιά δε λογαριάζουν
Ο Σηκουάνας που ‘χει πνίξει,
Δε φοβούνται, διασκεδάζουν
Την ευγενική τους πλήξη.

«Ω, τι ζέστη, θεέ μου, βράζει!»
βεβαιώνουν οι κυρίες
κι επιπόλαιες και γελοίες,

ξεκουμπώνοντας με νάζι
τα χυδαία ντεκολτέ τους
διευκολύνουν τους εμετούς.
Laurent Tailhade σε μετάφραση Καρυωτάκη



Ώρε φιλάρα!
Στο τηλέφωνο δε λέγονται…
Άμα κατέβεις από δω
θα σου δείξω κάτι μεγάλα φτερά που μου φυτρώσανε
θα σου δείξω
πόσο ανάλαφρα πέταγα
πηγαίνοντας στην απαγορευμένη συγκέντρωση
γιατί σφύριζε στο χέρι μου
μια βαριά αλυσίδα
Κατερίνα Γώγου



Ο ΤΡΟΠΟΣ ΜΕ ΤΟΝ ΟΠΟΙΟ ΘΑ ΣΥΜΒΕΙ
ΜΕΣΑ ΣΕ ΜΙΑ ΚΟΝΣΕΡΒΑ ΡΟΔΑΚΙΝΑ

Να πεθάνεις με τις μπότες,
Καθώς γράφεις ποιήματα,
Δεν είναι τόσο ένδοξο,
Όσο να τρέχεις καβάλα σε άλογο
Στους δρόμους του Μπρόντγουευ,
Με έναν δυναμίτη στο στόμα.
Όμως τίποτε από τα δύο δεν προσθέτει
Στο άθροισμα των πλανητών.

Το άλογο ήταν σκούρο,
Το όνομα:
Σάντσεθ ή Καντίνσκι,
Η θερμοκρασία 30 υπό σκιά
Και τα παιδιά επέμεναν να τσιρίζουν:
Γουρούνι, γουρούνι,
Κουραστήκαμε,
Πέτα μας στην κόλαση.
Charles Bukowski.




Τι χάνω εγώ τις μέρες μου
τη μια κοντά στην άλλη,
κι όπως μου ασπρίζουν τα μαλλιά
ξινίζει το κρασί,
αφού μονάχα όταν περνώ
το βλέμμα από το κρουστάλλι,
με νέα ρετσίνα ολόγεμο,
βλέπω τη ζωή χρυσή;
Κ.Καρυωτάκης



Όλα τα ποιήματα αυτής της "άτυπης" ανθολογίας (εκτός από αυτά της Γώγου και του Μπουκόφσκι), περιέχονται στο "Κώστας Καρυωτάκης - Ποιήματα και Πεζά" που επιμελήθηκε ο Γ.Σαββίδης 1η έκδοση 1972 ΕΚΔΟΤΙΚΗ ΕΡΜΗΣ και έπειτα το 1993 από τις εκδόσεις "ΕΣΤΙΑ".
Το μουσικά κομμάτια που ακολουθούν, είναι
1. η μελοποίηση του "Βαρκαρόλα" από τους "Ωχρά Σπειροχαίτη"
2. Η Πρέβεζα του Καρυωτάκη από τον Θανάση Γκαϊφύλλια και μουσική του Γιάννη Γλέζου 

Σ’ έναν νέο που αυτοκτόνησε - Μαρία Πολυδούρη


Aυτόν τον κατεδίωκε ένα πνεύμα
στις σκοτεινές εκτάσεις της ζωής του.
Oι ασχολίες του, οι χαρές, σ’ ένα νεύμα
προσχήματα γινόνταν της ορμής του.

Tα βιβλία, η σκέψη, ένα ορμητήριο
λίγες στιγμές. Bίαιος στον έρωτά του.
Ύστερα γέμιζε η όψη του μυστήριο
και τίποτε δεν ταίριαζε κοντά του.

Ένας περίεργος ξένος επλανιόταν
ανάμεσά μας, μ’ όψη αλλοιωμένη.
Tην υποψία μας δε μας την αρνιόταν
πως κάτι φοβερό τον περιμένει.

Ήταν ωραίος παράξενα, σαν κείνους
που ο θάνατος τους έχει ξεχωρίσει.
Δινόταν στους φριχτότερους κινδύνους
σαν κάτι να τον είχε εξασφαλίσει.

Ένα πρωί, σε μια κάρυνη θήκη
τον βρήκαμε νεκρό μ’ ένα σημάδι
στον κρόταφο. Ήταν όλο σα μια νίκη,
σα φως που ρίχνει γύρω του σκοτάδι.

Eίχε μια τέτοια απλότη και γαλήνη,
μια γελαστή μορφή ζωντανεμένη!
Όλος μια ευχαριστία σα νάχε γίνει.
Kι η αιτία του κακού σημαδεμένη.


Κανείς δε θα γλιτώσει - Γώγου



Κανείς δεν θα γλιτώσει.
Κι αυτό το μακέλεμα δε θα 'χει
ούτε μισό μισοσβησμένο όχι.
Θα βουλιάζουμε - βουλιάζουμε -
κατακόρυφα με 300 και βάλε
σε συφιλιδικά νερά χωρίς τέλος
με αφορισμούς και χτυπήματα στο κεφάλι
απο διαμαντένιους σταυρούς τραβεστί πατέρων
γλείφοντας
υπογράφοντας
ικετεύοντας
και ουρλιάζοντας ξεφτιλισμένα ΝΑΙ ΝΑΙ ΝΑΙ ΝΑΙ.



Από τις εξομολογήσεις του Ματθία Χ. Τάσος Λειβαδίτης -"Ανακάλυψη" '78


Από τις εξομολογήσεις του Ματθία Χ.
13

Όσο για την Κιβωτό, (απλή συνωνυμία), είχε πάντα
κακή φήμη στην πόλη. Μαζεύονταν ρουφιάνοι, αργυραμοιβοί,
λογίς γουρούνια – και μπορούσες να τραγουδήσεις οτιδήποτε
χωρίς ν’ ακουστείς, αφού είχες ξεγράψει τον εαυτό σου
και μας σκέπαζε σιγά σιγά η λήθη μιας τρίτης ζωής –
εκεί στο βάθος γελούσαν με τ’ αστείο μου πρόσωπο
κι εγώ τους κοίταζα καλά πριν πεθάνω,
η υπηρέτρια ανέβαινε κάθε τόσο να κρυφακούσει, κι αργότερα
            όταν ξεπέσαμε, γράφαμε γράμματα παρακλητικά,
«ίσως, όμως, και να μ’ αγαπούν», σκεφτόμουν, γιατί στην
κουζίνα φούσκωνε κιόλας, μουρμουρίζοντας, το γάλα
και τότε, από ευγνωμοσύνη, γίνομαι μια τρύπα στο πάτωμα
            που ξαναδίνει πίσω όλες τις εξαφανισμένες δεκάρες
κι οι περαστικοί απορούν από πού έρχεται αυτή η υπέροχη
ησυχία
καθώς κλείνω τα μάτια στο έγκλημά τους.

Καμιά φορά, μάλιστα, ζηλεύω τις ωραίες ιστορίες των
άλλων,
αλλά η δική μου έχει το πλεονέκτημα ότι είμαι κι εγώ
            εκεί –
είναι ένα αληθινό μυστήριο.


Τάσος Λειβαδίτης
Από την ποιητική συλλογή «ΑΝΑΚΑΛΥΨΗ» 1978

Γιώργος Σουρής 1853-1919




Ποιος είδε κράτος λιγοστό


Ποιος είδε κράτος λιγοστό
σ' όλη τη γη μοναδικό,
εκατό να εξοδεύει
και πενήντα να μαζεύει;

Να τρέφει όλους τους αργούς,
νά 'χει επτά Πρωθυπουργούς,
ταμείο δίχως χρήματα
και δόξης τόσα μνήματα;

Δυστυχία σου, Ελλάς,
με τα τέκνα που γεννάς!
Ώ Ελλάς, ηρώων χώρα,
τί γαϊδάρους βγάζεις τώρα;

Νά 'χει κλητήρες για φρουρά
και να σε κλέβουν φανερά,
κι ενώ αυτοί σε κλέβουνε
τον κλέφτη να γυρεύουνε;

Σπαθί αντίληψη, μυαλό ξεφτέρι,
κάτι μισόμαθε κι όλα τα ξέρει.
Κι από προσπάππου και παππού
συγχρόνως μπούφος και αλεπού.

Δυστυχία σου, Ελλάς,
με τα τέκνα που γεννάς!
Ώ Ελλάς, ηρώων χώρα,
τί γαϊδάρους βγάζεις τώρα;

Θέλει ακόμα -κι αυτό είναι ωραίο-
να παριστάνει τον ευρωπαίο.
Στα δυό φορώντας τα πόδια που 'χει
στο 'να λουστρίνι, στ' άλλο τσαρούχι.

Όλα σ' αυτή τη γη μασκαρευτήκαν
ονείρατα, ελπίδες και σκοποί,
οι μούρες μας μουτσούνες εγινήκαν
δεν ξέρομε τί λέγεται ντροπή.

Δυστυχία σου, Ελλάς,
με τα τέκνα που γεννάς!
Ώ Ελλάς, ηρώων χώρα,
τί γαϊδάρους βγάζεις τώρα




Ὁ Ῥωμηός

“Στὸν καφενὲ ἀπ᾿ ἔξω σὰν μπέης ξαπλωμένος,
τοῦ ἥλιου τὶς ἀκτῖνες ἀχόρταγα ρουφῶ,
καὶ στῶν ἐφημερίδων τὰ νέα βυθισμένος,
κανέναν δὲν κοιτάζω, κανέναν δὲν ψηφῶ.

Σὲ μία καρέκλα τὅνα ποδάρι μου τεντώνω,
τὸ ἄλλο σὲ μίαν ἄλλη, κι ὀλίγο παρεκεῖ
ἀφήνω τὸ καπέλο, καὶ ἀρχινῶ μὲ τόνο
τοὺς ὑπουργοὺς νὰ βρίζω καὶ τὴν πολιτική.

Ψυχή μου! τί λιακάδα! τί οὐρανὸς ! τί φύσις !
ἀχνίζει ἐμπροστά μου ὁ καϊμακλῆς καφές,
κι ἐγὼ κατεμπνευσμένος γιὰ ὅλα φέρνω κρίσεις,
καὶ μόνος μου τὶς βρίσκω μεγάλες καὶ σοφές.

Βρίζω Ἐγγλέζους, Ρώσους, καὶ ὅποιους ἄλλους θέλω,
καὶ στρίβω τὸ μουστάκι μ᾿ ἀγέρωχο πολύ,
καὶ μέσα στὸ θυμό μου κατὰ διαόλου στέλλω
τὸν ἴδιον ἑαυτό μου, καὶ γίνομαι σκυλί.

Φέρνω τὸν νοῦν στὸν Διάκο καὶ εἰς τὸν Καραΐσκο,
κατενθουσιασμένος τὰ γένια μου μαδῶ,
τὸν Ἕλληνα εἰς ὅλα ἀνώτερο τὸν βρίσκω,
κι ἀπάνω στὴν καρέκλα χαρούμενος πηδῶ.

Τὴν φίλη μας Εὐρώπη μὲ πέντε φασκελώνω,
ἀπάνω στὸ τραπέζι τὸν γρόθο μου κτυπῶ…
Ἐχύθη ὁ καφές μου, τὰ ροῦχα μου λερώνω,
κι ὅσες βλαστήμιες ξέρω ἀρχίζω νὰ τὶς πῶ.

Στὸν καφετζῆ ξεσπάω… φωτιὰ κι ἐκεῖνος παίρνει.
Ἀμέσως ἄνω κάτω τοῦ κάνω τὸν μπουφέ,
τὸν βρίζω καὶ μὲ βρίζει, τὸν δέρνω καὶ μὲ δέρνει,
καὶ τέλος… δὲν πληρώνω δεκάρα τὸν καφέ. “



Αρχηγοί 

” Τοῦ Διογένη πιάσετε ἀμέσως τὸ φανάρι,
κι᾿ ἐλᾶτε νὰ γυρέψουμε κανέναν ἀρχηγό·
ἀλλὰ καθένας μας, θαρρῶ, εἶν᾿ ἄξιος νὰ πάρῃ
τὴν ἀρχηγίαν κόμματος, ἀκόμη δὰ κι᾿ ἐγώ.

Γιὰ τὰ πρωτεῖα ξεψυχᾷ κάθε Ρῳμιὸς λεβέντης,
μόνον αὐτὸς πρωθυπουργός, μόνον αὐτὸς ἀφέντης.

Τί ἀρχηγῶν κατακλυσμός! … κι᾿ οἱ ἕλληνες ἐκεῖνοι,
ποὺ τὸν καφφέ των βερεσὲ εἰς τὰ Χαυτεῖα πίνουν,
ἂν ἀρχηγίαν ἔξαφνα κανένας τοὺς προτείνῃ,
δὲν θὰ διστάσουν βέβαια καὶ Ἀρχηγοὶ νὰ γίνουν.

Κι᾿ αὐτὸς ὁ ἕσχατος Ρωμηὸς γιὰ ὅλα κάτι ξέρει,
ἕλληνος τράχηλος ποτὲ ζυγὸν δὲν ὑποφέρει.

Ἰδοὺ νταῆς φουστανελλᾶς μὲ φέσι καὶ σελάχι!
ποιὸς ξέρει ἂν Πρωθυπουργὸς δὲν γίνῃ καμμιὰ ᾿μέρα;
ποιὸς ξέρει πόσα σχέδια καὶ ἀπαιτήσεις θἄχη,
καὶ ἂν τὴν διπλωματικὴ δὲν συνταράξῃ σφαῖρα;

Ὤ! ναί! ποτὲ τὸν ἕλληνα μὴ θεωρῆτε πτῶμα…
᾿σ ὅλους θὰ ἔλθη ἡ σειρὰ νὰ κυβερνήσουν κόμμα.

Μᾶς λείπει ἕνας ἀρχηγός;… πενῆντα ξεφυτρόνουν,
τὸ ἕνα κόμμα χάνεται;… θὰ ἔβγουν ἄλλα δέκα·
ὅλοι γιὰ τὸ ἀξίωμα τοῦ ἀρχηγοῦ μαλλόνουν,
κι᾿ ἴσως ἀργότερα μᾶς βγῇ ᾿στὴ μέση καὶ γυναῖκα.

Ἀλλὰ κι᾿ ἐγὼ ὁ ἀφανὴς τῶν Ἀθηνῶν πολίτης
ἐλπίζω πὼς καμμιὰ φορὰ θὰ γίνω Κυβερνήτης.

Ἐμπρός! μὲ πόζα ἀρχηγοῦ καθένας ἂς προβάλλη,
ἀπ᾿ ὅλους ἂς κυβερνηθῆ ἡ προσφιλὴς Ἑλλάς·
ἂς γίνῃ ὁ Ἡμέτερος, ἂς γίνουν ὅμως κι᾿ ἄλλοι,
ἂς γίνῃ κι ὁ Κατσικαπῆς κι᾿ αὐτὸς ὁ Μπουλελᾶς.

Ἂς πλημμυρίσῃ μ᾿ ἀρχηγοὺς τὸ ἔθνος πέρα πέρα,
ἂς μᾶς σηκώσῃ ἔξαφνα καὶ ἡ Ροζοῦ παντιέρα.

Μονάχα ἕνας βασιλεὺς μὴ μένη ᾿ς τὸ Παλάτι,
πενῆντα δυὸ τουλάχιστον ἂς ἦνε βασιλεῖς,
ὅλοι ἂς ἔβγουν κύριοι ᾿ς τῶν ἄλλων τὸ γεινάτι,
κι᾿ ὀγδόντα πέντε Πρόεδροι ἂς γίνουν τῆς Βουλῆς.

Ὅλοι τρανοὶ πολιτικοί, κανένας ἰδιώτης,
ὅλοι ποζάτοι στρατηγοί, κανένας στρατιώτης. “



Ποιὸς εἶδε κράτος λιγοστὸ

(παραλλαγή)

” Ποιὸς εἶδε κράτος λιγοστὸ
σ᾿ ὅλη τὴ γῆ μοναδικό,
ἑκατὸ νὰ ἐξοδεύῃ
καὶ πενήντα νὰ μαζεύῃ;

Νὰ τρέφῃ ὅλους τοὺς ἀργούς,
νἄχῃ ἑπτὰ Πρωθυπουργούς,
ταμεῖο δίχως χρήματα
καὶ δόξης τόσα μνήματα;

Νἄχῃ κλητῆρες γιὰ φρουρὰ
καὶ νὰ σὲ κλέβουν φανερά,
κι ἐνῷ αὐτοὶ σὲ κλέβουνε
τὸν κλέφτη νὰ γυρεύουνε;

Κλέφτες φτωχοὶ καὶ ἄρχοντες 
μὲ ἅμαξες καὶ ἄτια,
κλέφτες χωρὶς μία πῆχυ γῆ 
καὶ κλέφτες μὲ παλάτια,

ὁ ἕνας κλέβει ὄρνιθες καὶ σκάφες γιὰ ψωμὶ
ὁ ἄλλος τὸ ἔθνος σύσσωμο γιὰ πλούτη καὶ τιμή.

Ὅλα σ᾿ αὐτὴ τὴ γῆ μασκαρευτῆκαν
ὀνείρατα, ἐλπίδες καὶ σκοποί,
οἱ μοῦρες μας μουτσοῦνες ἐγινῆκαν
δὲν ξέρομε τί λέγεται ντροπή.

Ὁ Ἕλληνας δυὸ δίκαια ἀσκεῖ πανελευθέρως,
συνέρχεσθαί τε καὶ οὐρεῖν εἰς ὅποιο θέλει μέρος.

Χαρὰ στοὺς χασομέρηδες! χαρὰ στοὺς ἀρλεκίνους!
σκλάβος ξανάσκυψε ὁ ρωμιὸς καὶ δασκαλοκρατιέται.

Γι᾿ αὐτὸ τὸ κράτος, ποὺ τιμᾶ τὰ ξέστρωτα γαϊδούρια,
σικτὶρ στὰ χρόνια τὰ παλιά, σικτὶρ καὶ στὰ καινούργια!

Καὶ τῶν σοφῶν οἱ λόγοι θαρρῶ πὼς εἶναι ψώρα,
πιστὸς εἰς ὅ,τι λέγει κανένας δὲν ἐφάνη…
αὐτὸς ὁ πλάνος κόσμος καὶ πάντοτε καὶ τώρα,
δὲν κάνει ὅ,τι λέγει, δὲν λέγει ὅ,τι κάνει.

Σουλούπι, μπόϊ, μικρομεσαῖο,
ὕφος τοῦ γόη, ψευτομοιραῖο.
Λίγο κατσούφης, λίγο γκρινιάρης,
λίγο μαγκούφης, λίγο μουρντάρης.
Σπαθὶ ἀντίληψη, μυαλὸ ξεφτέρι,
κάτι μισόμαθε κι ὅλα τὰ ξέρει.
Κι ἀπὸ προσπάππου κι ἀπὸ παπποῦ
συγχρόνως μποῦφος καὶ ἀλεποῦ.

Καὶ ψωμοτύρι καὶ γιὰ καφὲ
τὸ «δὲ βαρυέσαι» κι «ὢχ ἀδερφέ».
Ὡσὰν πολίτης, σκυφτὸς ραγιᾶς
σὰν πιάσει πόστο: δερβεναγᾶς.
Θέλει ἀκόμα -κι αὐτὸ εἶναι ὡραῖο-
νὰ παριστάνει τὸν εὐρωπαῖο.
Στὰ δυὸ φορώντας τὰ πόδια πού ῾χει
στό ῾να λουστρίνι, στ᾿ ἄλλο τσαρούχι.

Δυστυχία σου Ἑλλάς, μὲ τὰ τέκνα ποὺ γεννᾶς.
Ὦ Ελλάς, ἡρώων χώρα, τί γαϊδάρους βγάζεις τώρα;

Μη Μου Μιλάς - Σιδηρόπουλος


Μη μου μιλάς για κόλαση
την έχω ζήσει όλη
μην μου μιλάς για ουρανούς
για θειο περιβόλι

Μη μου μιλάς για τα παιδιά
που ψάχνουνε στους δρόμους
σαν τους αλήτες τους σοφούς
δεν ξέρουν από νόμους

Μην μου μιλάς για τίποτα
δεν ξέρω ν' απαντήσω
μες τα ερείπια του καιρού
ζωή παω να χτίσω

Το φανάρι του Διογένη - Νικόλας Άσιμος



Είπα κι εγώ ν αλλάξω ζωή,
ν αρχίσω καινούργιο παιχνίδι.
Το ξερα πριν κρατούσα γυμνή
κι αγνή την καρδιά στο λεπίδι.
Και δεν την είδα την πρώτη ελπίδα,
να γίνει σπέρμα, να σαρκωθεί.

Στο Φανάρι του Διογένη
κάθεται ένας νιος και περιμένει...
Μην το γκρεμίσουν,
κι ας τον νομίσουν φονιά
που χει τόσο ευαίσθητη καρδιά.
Πια δεν γυρνάνε τα χρόνια πίσω, βοριά.
Νιε μου, το φανάρι δεν 'φελά.

Έτσι κι εγώ θα ψάξω να βρω,
βουνίν, φορεσιάν και ντουφέτσι,
με δίχως θυμόν και δίχως μιλιάν,
ταφήν να πληρώσω του κλέφτη.
Των δεσποτάδων, κυβερνητάδων,
χοντροτζεπάδων και δικαστών.

Άλλος μασάει, κι άλλος σωπαίνει.
Κι ο σκυφτός λαός να περιμένει...
Για τα δεσμά μας, δεν φταίει πάντα η σκλαβιά,
μα η υποταγμένη μας καρδιά.
Μ ένα φανάρι ξαναγυρνάς τις νυχτιές,
ψάχνεις για ανυπόταχτες ματιές.


Κυριακή, 11 Σεπτεμβρίου 2011

Νίκος Καββαδίας - Federico Garcia Lorca




Ανέμισες για μια στιγμή το μπολερό
και το βαθύ πορτοκαλί σου μεσοφόρι
Αύγουστος ήτανε δεν ήτανε θαρρώ
τότε που φεύγανε μπουλούκια οι σταυροφόροι

Παντιέρες πάγαιναν του ανέμου συνοδειά
και ξεκινούσαν οι γαλέρες του θανάτου
στο ρογοβύζι ανατριχιάζαν τα παιδιά
κι ο γέρος έλιαζε, ακαμάτης, τ'αχαμνά του

Του ταύρου ο Πικάσο ρουθούνιζε βαριά
και στα κουβέλια τότε σάπιζε το μέλι
τραβέρσο ανάποδο, πορεία προς το βοριά
τράβα μπροστά, ξοπίσω εμείς και μη σε μέλει

Κάτω απ' τον ήλιο αναγαλιάζαν οι ελιές
και φύτρωναν μικροί σταυροί στα περιβόλια
τις νύχτες στέρφες απομέναν οι αγκαλιές
τότες που σ' έφεραν, κατσίβελε, στη μπόλια

Ατσίγγανε κι αφέντη μου με τι να σε στολίσω;
φέρτε το μαυριτάνικο σκουτί το πορφυρό
στον τοίχο της Καισαριανής μας φέραν από πίσω
κι ίσα ένα αντρίκειο ανάστημα ψηλώσαν το σωρό.

Κοπέλες απ' το Δίστομο, φέρτε νερό και ξύδι
κι απάνω στη φοράδα σου δεμένος σταυρωτά
σύρε για κείνο το στερνό στην Κόρδοβα ταξίδι
μέσα απ' τα διψασμένα της χωράφια τα ανοιχτά

Βάρκα του βάλτου ανάστροφη
φτενή δίχως καρένα
σύνεργα που σκουριάζουνε σε γύφτικη σπηλιά
σμάρι κοράκια να πετάν στην έρημην αρένα
και στο χωριό να ουρλιάζουνε τη νύχτα εφτά σκυλιά.



Στίχοι: Νίκος Καββαδίας
Μουσική: Θάνος Μικρούτσικος
Εκτέλεση: Γιάννης Κούτρας


Σάββατο, 10 Σεπτεμβρίου 2011

Γενιά Του Χάους


Γενιά Του Χάους
Ένα από τα κλασσικότερα και πιο γνωστά ελληνόφωνα συγκροτήματα στη δεκαετία του 80. Η πρώτη τους εμφάνιση στη δισκογραφία έγινε το 1983 με διπλή συμμετοχή στο δίσκο "Διατάραξη Κοινής Ησυχίας". Έπειτα από αυτήν τη συμμετοχή η πορεία τους ήταν απότομα ανοδική. Τα μέλη ήταν:Θ. Ηλιακόπουλος, Κ. Αμπραζόπουλος Α. Αμπραζής. Με την ίδια σύνθεση κυκλοφόρησαν και τον πρώτο τους και ομώνυμο δίσκο Γενιά Του Χάους το 1986 με το οποίο δίσκο καθιερώθηκαν στη ελληνική πανκ σκηνή. Έδωσαν πολλές συναυλίες με μεγάλη επιτυχία. Με τον δίσκο αυτό μπήκαν σε περίοπτη θέση στη δισκοθήκη κάθε πανκ σεβόμενου οπαδού. Το 1989 κυκλοφορούν το δεύτερο και τελευταίο δίσκο με τίτλο Ρέκβιεμ. Η επιτυχία ήταν δεδομένη. Το γκρουπ άλλαξε ένα μέλος αλλά πρόσθεσε και ακόμα μια κιθάρα. Η διαφορά ήταν εμφανή από το προηγούμενο δίσκο. Τα μελωδικά φωνητικά του πρώτου δίσκου αντικαταστάθηκαν από τα επιθετικά. Ο ήχος από καθαρός πανκ επηρεάστηκε από την τότε μεταλλική σκηνή χωρίς όμως να μεταβάλει το ύφος. Από το γκρουπ αποχώρησε ο Α. Αμπραζής (μπάσσο) και ήρθε ο Αλέξης Αλιφέρης, καθώς και ο Δημήτρης Παππάς σαν δεύτερη κιθάρα.

1. Ψυχρές Τοξίνες

Eίναι ένα ξυλιασμένο πτώμα με τις φλέβες τρυπημένες
Είναι η ζωή διπλωμένη στα δύο ζητώντας άδικα διέξοδο
Είναι η ζωγραφιά της απελπισίας και από πάνω της τα γκλόπ
Είναι η ανταλλαγή χρημάτων δόσης πίσω από ένδοξα "πηλίκια"
Είναι η κραυγή μας για ζωή στην πύλη του ψυχιατρείου
Είναι μόνο μούχλα στο υπόγειο και ο "εγκληματίας" τοξικομανής
Είναι μάτια ψυχρά χωρίς νόημα καρφωμένα στο άδειο ταβάνι
Είναι η πεταμένη στα σκουπίδια ζωή που άδικα γυρεύει απάντηση

Ήταν ένα ακόμα αποτέλεσμα της άγνοιά σας
Και μια ακόμα αδικοχαμένη ζωή
Ήταν μια ακόμα είδηση για της εφημερίδες σας
Που τόσο γρήγορα θα ξεχαστεί

Ψυχρές Τοξίνες - Μες τα μυαλά σας
Ψυχρές Τοξίνες - Στα όνειρά σας
Ψυχρές Τοξίνες - Για τον θάνατο σας
Ψυχρές Τοξίνες - Δώρο από το κράτος σας

Κάποιος άνθρωπος πεθαίνει μόνος
Οι κραυγές του δεν φθάνουν στα αυτιά σου
Δεν αντέχουν όλοι τον πόνο
Ο πόνος σκοτώνει την λογική, παραλύει τα ένστικτα
Και σα λυτρωτής φθάνει ο θάνατος
Για να στήσει το σκηνικό της φθοράς
Και να ρίξει την αυλαία με μιας
Αδιαφορείς γιατί δεν καταλαβαίνεις
Ρίξε όμως μια ματιά σε εκείνο το υπόγειο
Ο τοίχος γράφει:

ΚΟΥΡΑΣΤΗΚΑ - ΒΑΡΕΘΗΚΑ - ΑΗΔΙΑΣΑ - ΨΥΧΡΕΣ ΤΟΞΙΝΕΣ



2. Ηλίθιοι Αθώοι


Ενώπιον θεού - Γενική ισότητα
Λευκός θεός - Λευκή ισότητα
Κάνε στον τυφλό - Περιγραφή χρωμάτων
Ανοιχτό κλουβί - Στο νεκρό πουλί
Τράπεζα αίματος - Από νεκρούς φαντάρους
Τράπεζα σπέρματος - Για παιδικά επαγγέλματα

Το τέλος αυτού του κόσμου
Στα σίγουρα θα στολιστεί
Από πολιτισμένη ατμόσφαιρα
Ρομαντικά δάκρυα πανικού
Και κραυγές ατελείωτου φόβου
Που δεν θα προλάβουν ν' ακουστούν

Απόχρωση παράνοιας - Είναι η ζωή σου
Συμπληρωματική - Η αναπνοή σου
Κόπος χαμένος - Η προσπάθεια σου
Να δώσεις ένα μήνυμα - Να δώσεις μια ελπίδα

Ποτέ τους δεν πρόκειται να σε καταλάβουν
Την ίδια την ζωή τους δεν θα αναλάβουν
Μην γίνεσαι κομμάτια κανείς δεν το αξίζει
Αστους να σαπίσουν, στα σκατά να ζήσουν

Πρέπει όμως να ξέρεις ο θάνατος είναι κοντά
Και όταν εκείνος έρθει
Εσύ θα γελάς



3. Λύτρωση


Μιας ζωής ανέχεια σφηνωμένη ανελέητα γλυκά
Και οι κατάρες να σέρνονται μαζί, γύρω επίμονα
Για πάντα, για πάντα η γνώση να υπάρχει
Δεν θα 'ρθει η ξεκούραση για τους καταραμένους

Κάτεργο η συνείδηση βάσανο η ελπίδα
Προοπτική θανάτου πανέμορφη σα λύτρωση
Να ουρλιάζει μέσα ο λύκος να λέει "άντε τέλειωνε"
Φθορά της σάρκας τεχνητή τίποτα να μη μείνει

Πόλεμος από μέσα, αντέχω αναμονή
Του ύπνου που αφήνω για την άλλη ζωή
Της απόλαυσης της σάρκας για την άλλη ζωή
Την ηρεμία περιμένετε στην άλλη ζωή
Της μέθης που χει η άγνοια στην άλλη ζωή
Δεν έρχεται ξεκούραση για τους καταραμένους

Πόλεμος πόλεμος σε όλα τα μέτωπα
Στο στόμα μας η γλύκα που νιώθεις σαν σκοτώνεις
Κυνηγώντας με χαρά μπας και σκοτωθείς



4. Προκατακλυσμιαίες Εικόνες


Όταν βλέπεις πως άρχισαν και τα χρώματα
Αρνούνται να γεννήσουν των παιδιών σου την τροφή
Όταν το χέρι σου μακραίνει ανεξέλεγκτα
Κι ακόμα και των ποταμών αλλάζει την ροή
Όταν ακόμα και οι θεοί που έχεις πλάσει
Τους έπλασες στα μέτρα που τους ήθελες εσύ
Την οργή τους την συγκρίνουν με τα λάθη που χεις κάνει
Και αρχίζουν να την βρίσκουν απαράδεκτα μικρή...

Κοίτα που οι χαράδρες με τεράστιους τάφους μοιάζουν
Και τα νερά σαν να γιναν για όμοιο σκοπό
Αρχίζεις να νομίζεις πως το νερό που υπάρχει
Να κινηθεί προσμένει ένα κατακλυσμό

Παράσιτα ανίκανα που για να επιβιώσουν
Ανέπτυξαν μες το μυαλό τους την διαστροφή
Κυριάρχησαν και μάθαν με τη δύναμη που έχουν
Υποταγή να προκαλούν και γίνανε θεοί
Απλώσανε τη βρώμα τους τόσο πολύ τριγύρω
Δεν τους αντέχει πάνω της άλλο αυτή η γή

Ότι υπάρχει γύρω με τον τρόπο που υπάρχει
Είναι μια εικόνα πριν τον κατακλυσμό
Χέρι ανθρώπου η θείο είναι ακριβώς το ίδιο
Όταν το τέλος θα ναι ολοκληρωτικό

Αφού ο ίδιος ο άνθρωπος πληγή του εαυτού του
Την πιο τρελή παράνοια την λέει λογική
Βρίσκει τρόπους να σκοτώνει τα παιδιά του
Και μόνο καταστρέφοντας κρατιέται στη ζωή
Θεός είναι του σύμπαντος αυτό ακριβώς πιστεύει
Μα να που απ' τα χέρια του ξέφυγε ο έλεγχος
κι αλλόφρονας ανίκανος σκοτώνοντας προσμένει
Την λύτρωση που φέρνει η ολική καταστροφή

Των μυαλών μας η αρρώστια μαζεμένη σε μια βόμβα
Που ίσως να μην προλάβει να ενεργοποιηθεί
Παρά μόνο σαν μια εσχάτη λύση αυτοκτονίας
Όταν η γη πια στείρα θα μας εκδικηθεί

Ας συνεχίσουμε λοιπόν το έργο του θανάτου
Με την αισχρή απάθεια και δίχως ενοχή
Πρέπει να επισπεύσουμε την αποσύνθεση μας
Η παρακμή κρατάει πολύ και είναι βαρετή
Τουλάχιστον το τέλος μας θα είναι έργο δικό μας
Και η ηλιθιότητα μας παροιμιακή γιατί...

Ότι υπάρχει γύρω με τον τρόπο που υπάρχει
Είναι μια εικόνα πριν την καταστροφή
Χέρι ανθρώπου η θείο είναι ακριβώς το ίδιο
Εικόνα τέλεια βιβλική από ένα απλό κουμπί



5. Στίγμα


Θαύμασε το λουλούδι πριν να μαραθεί
Θαύμασε το δάκρυ πριν στεγνώσει
Θαύμασε τη μέρα πριν νυχτώσει
Αγάπησε την ομορφιά πριν σε προδώσει
Γιατί αυτό που θαυμάζεις σήμερα
Να ξέρεις πως δεν διαρκεί για πάντα

Είναι ήχος που σπάει τη σιωπή
Είναι φως που διαπερνά τη σκοτεινιά
Γιατρειά ανίατης αρρώστιας
Ελπίδα για μικρά παιδιά
Κι όσο καλό κι αν σου φαίνεται πως είναι
Τόσο εύκολα μπορεί να σκοτώσει

Αυτό το κάτι άλλοι το λένε ομορφιά
Κι άλλοι το λένε θάνατο




6. Καμιά Ελπίδα


Ανθρώπινες υπάρξεις - με ψόφιες αναμνήσεις
Σάπια τα μυαλά τους - δεν υπάρχει μέλλον
Ύπουλη παγίδα - όλη η κοινωνία
Ανθρώπινο δικαίωμα - δεν στο αναγνωρίζουν

Χάος - καμία ελπίδα
Να πάψουν όλοι να ζητούν πνευματική ηγεσία

Όνειρα του μέλλοντος - θανάσιμος ο φόβος
Συνείδηση νεκρή - η ζωή σου βαρετή
Καταπίεση για πάντα - διαρροή του ηθικού
Άγχος επιβίωσης - θάνατος προορισμός

Χάος - καμία ελπίδα
Γιατί καμιά ελπίδα πια δεν έμεινε για μας




7. Πόσο Μακριά;


Ολοκληρωτικό καθεστώς - καταπίεση και φασισμός
Πολιτικά καθάρματα – με συμβούλους κομπιούτερς
Στυγνή χακί λοβοτομή - έντονη του θανάτου η οσμή
Πρωτόγονος βασανισμός - για τον επαναστάτη
Εκδήλωση συναισθήματος - εσχάτη προδοσία
Ευνουχισμός για την ψυχή - ποιος θα θελε να ζει

Μπορώ να φανταστώ την κοινωνία του αύριο
Όπου οι άνθρωποι θα πεθαίνουν πριν ακόμα γεννηθούν
Το κάθε σου χαμόγελο θα γίνετε μακάβριο
Μπορώ να σε δω στη φασιστοκοινωνία του αύριο

Σημερινή κατάσταση - μελλοντικός προκαθορισμός
Τρομοκρατία κυβερνητική - ποικιλόμορφη καταστολή
Κομματική προσωπολατρία - και ιδεολογία εφησυχαστική
Σχολικά νεκροτομεία - και τεχνολογία αρπακτική

Καλύτερα να 'ρθεί - η ολική καταστροφή
Την κοινωνία του αύριο - κανείς να μην την δεί




5. Μαύρο Το Χρώμα Της Στέρησης


Πλαστικά σκουπίδια, πίσω από γυαλισμένες βιτρίνες
Βαμμένα πρόσωπα για να δείχνουν όμορφα
Αίμα από χαμόγελα καθημερινής υποκρισίας
Σκιές στο μυαλό σου τα αναπάντεχα ερωτηματικά
Τρέξιμο και βιασύνη που δεν μπορείς να καταλάβεις
Μια κούρσα ενάντια στο χρόνο χωρίς κανένα νικητή

Δε θα μεγαλώσει το λουλούδι
Αν με αίμα το ποτίσεις
Δε θα διακρίνεις καθαρά το πρόσωπο σου
Μέσα από θρυμματισμένο καθρέφτη

Όταν το μικρό παιδί ζητήσει αγάπη
Άστο να πνιγεί στα ικετευτικά του δάκρυα
Άμα ο ετοιμοθάνατος ζητήσει ελπίδα
Χάρισε του ένα περίστροφο

Ίσως να μην είναι μόνο ο μπάτσος ο εχθρός
Ίσως όχι η εξουσία η ανεργία τα σχολεία ο στρατός
Ίσως ο μεγαλύτερός σου εχθρός
Να 'ναι η φριχτή ασημαντότητα που χαρακώνει τη ψυχή σου
Να 'ναι η φριχτή ασημαντότητα στην αποξένωση της μεγαλούπολης

Έτσι κι αλλιώς όσο και να προσπαθήσεις
Ένας τυφλός δεν θα μπορέσει ποτέ να ζήσει χαρούμενος
Θα πονέσεις μα θα το δεχτείς
Λόγω υγιεινής επιβίωσης


Πέμπτη, 8 Σεπτεμβρίου 2011

Μανώλης Αναγνωστάκης - Επίκαιρα Ποιήματα




Ἐπίλογος

Κι ὄχι αὐταπάτες προπαντός.
Τὸ πολὺ πολὺ νὰ τοὺς ἐκλάβεις σὰ δυὸ θαμποὺς
προβολεῖς μὲς στὴν ὁμίχλη
Σὰν ἕνα δελτάριο σὲ φίλους ποὺ λείπουν
μὲ τὴ μοναδικὴ λέξη: ζῶ.
«Γιατὶ» ὅπως πολὺ σωστὰ εἶπε κάποτε κι ὁ φίλος μου ὁ Τίτος,
«κανένας στίχος σήμερα δὲν κινητοποιεῖ τὶς μᾶζες
κανένας στίχος σήμερα δὲν ἀνατρέπει καθεστῶτα.»
Ἔστω.
Ἀνάπηρος, δεῖξε τὰ χέρια σου. Κρῖνε γιὰ νὰ κριθεῖς.


Οἱ στίχοι αὐτοί

Οἱ στίχοι αὐτοὶ μπορεῖ καὶ νά ῾ναι οἱ τελευταῖοι
οἱ τελευταῖοι στοὺς τελευταίους ποὺ θὰ γραφτοῦν
Γιατί οἱ μελλούμενοι ποιητὲς δὲ ζοῦνε πιὰ
αὐτοὶ ποὺ θὰ μιλούσανε πεθάναν ὅλοι νέοι
Τὰ θλιβερὰ τραγούδια τους γενήκανε πουλιὰ
σὲ κάποιον ἄλλον οὐρανὸ ποὺ λάμπει ξένος ἥλιος
Γενῆκαν ἄγριοι ποταμοὶ καὶ τρέχουνε στὴ θάλασσα
καὶ τὰ νερά τους δὲν μπορεῖς νὰ ξεχωρίσεις
Στὰ θλιβερὰ τραγούδια τους φύτρωσε ἕνας λωτὸς
νὰ γεννηθοῦμε στὸ χυμό του ἐμεῖς πιὸ νέοι.


Στ᾿ Ἀστεῖα Παίζαμε!

Δὲ χάσαμε μόνο τὸν τιποτένιο μισθό μας
Μέσα στὴ μέθη τοῦ παιχνιδιοῦ σᾶς δώσαμε καὶ τὶς γυναῖκες μας
Τὰ πιὸ ἀκριβὰ ἐνθύμια ποὺ μέσα στὴν κάσα κρύβαμε
Στὸ τέλος τὸ ἴδιο τὸ σπίτι μας μὲ ὅλα τὰ ὑπάρχοντα.
Νύχτες ἀτέλειωτες παίζαμε, μακριὰ ἀπ᾿ τὸ φῶς τῆς ἡμέρας
Μήπως πέρασαν χρόνια; σαπίσαν τὰ φύλλα τοῦ ἡμεροδείχτη
Δὲ βγάλαμε ποτὲ καλὸ χαρτί, χάναμε· χάναμε ὁλοένα
Πῶς θὰ φύγουμε τώρα; ποῦ θὰ πᾶμε; ποιὸς θὰ μᾶς δεχτεῖ;
Δῶστε μας πίσω τὰ χρόνια μας δῶστε μας πίσω τὰ χαρτιά μας
Κλέφτες!
Στὰ ψέματα παίζαμε!


Νέοι της Σιδῶνος

Κανονικὰ δὲν πρέπει νἄχουμε παράπονο
Καλὴ κι ἐγκάρδια ἡ συντροφιά σας, ὅλο νιάτα,
Κορίτσια δροσερά- ἀρτιμελῆ ἀγόρια
Γεμάτα πάθος κι ἔρωτα γιὰ τὴ ζωὴ καὶ γιὰ τὴ δράση.
Καλά, μὲ νόημα καὶ ζουμὶ καὶ τὰ τραγούδια σας
Τόσο, μὰ τόσο ἀνθρώπινα, συγκινημένα,
Γιὰ τὰ παιδάκια ποὺ πεθαίνουν σ᾿ ἄλλην Ἤπειρο
Γιὰ ἥρωες ποὺ σκοτωθῆκαν σ᾿ ἄλλα χρόνια,
Γιὰ ἐπαναστάτες Μαύρους, Πράσινους, Κιτρινωπούς,
Γιὰ τὸν καημὸ τοῦ ἐν γένει πάσχοντος Ἀνθρώπου.
Ἰδιαιτέρως σᾶς τιμᾷ τούτη ἡ συμμετοχὴ
Στὴν προβληματικὴ καὶ στοὺς ἀγῶνες τοῦ καιροῦ μας
Δίνετε ἕνα ἄμεσο παρὼν καὶ δραστικό- κατόπιν τούτου
Νομίζω δικαιοῦσθε μὲ τὸ παραπάνω
Δυὸ δυό, τρεῖς τρεῖς, νὰ παίξετε, νὰ ἐρωτευθεῖτε,
Καὶ νὰ ξεσκάσετε, ἀδελφέ, μετὰ ἀπὸ τόση κούραση.
(Μᾶς γέρασαν προώρως Γιῶργο, τὸ κατάλαβες;)


Ὁ Οὐρανός

Πρῶτα νὰ πιάσω τὰ χέρια σου
Νὰ ψηλαφίσω τὸ σφυγμό σου
Ὕστερα νὰ πᾶμε μαζὶ στὸ δάσος
Ν᾿ ἀγκαλιάσουμε τὰ μεγάλα δέντρα
Ποὺ στὸν κάθε κορμὸ ἔχουμε χαράξει
Ἐδῶ καὶ χρόνια τὰ ἱερὰ ὀνόματα
Νὰ τὰ συλλαβίσουμε μαζὶ
Νὰ τὰ μετρήσουμε ἕνα-ἕνα
Μὲ τὰ μάτια ψηλὰ στὸν οὐρανὸ σὰν προσευχή.
Τὸ δικό μας τὸ δάσος δὲν τὸ κρύβει ὁ οὐρανός.
Δὲν περνοῦν ἀπὸ δῶ ξυλοκόποι.


Ποιητική

-Προδίδετε πάλι τὴν Ποίηση, θὰ μοῦ πεῖς,
Τὴν ἱερότερη ἐκδήλωση τοῦ Ἀνθρώπου
Τὴ χρησιμοποιεῖτε πάλι ὡς μέσον, ὑποζύγιον
Τῶν σκοτεινῶν ἐπιδιώξεών σας
Ἐν πλήρει γνώσει τῆς ζημιᾶς ποὺ προκαλεῖτε
Μὲ τὸ παράδειγμά σας στοὺς νεωτέρους.
-Τὸ τί δὲν πρόδωσες ἐσὺ νὰ μοῦ πεῖς
Ἐσὺ κι οἱ ὅμοιοί σου, χρόνια καὶ χρόνια,
Ἕνα πρὸς ἕνα τὰ ὑπάρχοντά σας ξεπουλώντας
Στὶς διεθνεῖς ἀγορὲς καὶ τὰ λαϊκὰ παζάρια
Καὶ μείνατε χωρὶς μάτια γιὰ νὰ βλέπετε, χωρὶς ἀφτιὰ
Ν᾿ ἀκοῦτε, μὲ σφραγισμένα στόματα καὶ δὲ μιλᾶτε.
Γιὰ ποιὰ ἀνθρώπινα ἱερὰ μᾶς ἐγκαλεῖτε;
Ξέρω: κηρύγματα καὶ ρητορεῖες πάλι, θὰ πεῖς.
Ἔ ναὶ λοιπόν! Κηρύγματα καὶ ρητορεῖες.
Σὰν πρόκες πρέπει νὰ καρφώνονται οἱ λέξεις
Νὰ μὴν τὶς παίρνει ὁ ἄνεμος.


Fair Play

(ὁ ποιητὴς ὑπογράφει ὡς: Μανοῦσος Φάσσης)
Τῷ φίλω Μ.Ἄν.
Πόσες χιλάδες ὧρες πέρασαν μὲ συνεδρίαση,
σ᾿ αχτίδες, κόβες καὶ κομματικοὺς πυρῆνες,
στὸ τέλος πάθαμε χρονία νικοτινίαση
κι ὁ πονοκέφαλος οὔτε περνοῦσε μ᾿ ασπιρίνες.
Μάθαμε ἀπ᾿ ὄξω -βασικὰ- ὅλα τὰ προβλήματα
καὶ τὴν ἀναγκαιότητα τῆς πάλης
καὶ γίναμε τὰ δακτυλοδειχτούμενα τὰ βλήματα
κρατώντας τὸν Μὰρξ – Ἔγκελς ὑπὸ μάλης.
Μέρα τὴ μέρα θά ῾ρχονταν ἡ Ἐπανάσταση
καὶ περιμένοντας πέρασαν τὰ χρόνια
κι ὅμως σ᾿ τὸ λέγαν οἱ γονεῖς σου «ἄσ᾿ τα σὺ
πάντα θὰ βρίσκονται στὸν κόσμο ἄλλα κωθώνια».
Πάντοτε ὁ καπιταλισμὸς βρίσκει περάσματα
καὶ ξεπερνᾶ τὶς δύσκολες τὶς κρίσεις.
Κι ἕνα πρωί: «Ἀπαγορεύονται τὰ ἄσματα
καὶ κοπιάστε στὸ τμῆμα γιὰ ἀνακρίσεις».
Τώρα νὰ σπάσεις δὲν μπορεῖς πιά, σὲ χρωμάτισαν
καὶ σ᾿ ἔχουν σὰν τὸν ποντικὸ μέσα στὴ φάκα
καὶ δὲν ξεφεύγεις ἀπὸ τοῦ χαφιὲ τὸ μάτι σὰν
συναναστρέφεσαι τὸν καθ᾿ ἕνα μαλάκα.

...........................................................................................
Δὲν ἄκουσες ποτὲ τὴ μάνα σου τὴν ἅγια
σ᾿ ἐνοχλοῦσε καὶ σένα τὸ κατεστημένο,
δὲν εἶδες γύρω σου χιλιάδες τὰ ναυάγια
δὲν τὸ χαμπάρισες πὼς τὸ παιχνίδι ἦταν στημένο.




Προσχέδιο δοκιμίου πολιτικῆς ἀγωγῆς

Οἱ τσαγκαράδες νὰ φτιάσουν ὅπως πάντα γερὰ παπούτσια
Οἱ ἐκπαιδευτικοὶ νὰ συμμορφώνονται μὲ τὸ ἀναλυτικὸ πρόγραμμα τοῦὙπουργείου
Οἱ τροχονόμοι νὰ σημειώνουν μὲ σχολαστικότητα τὶς παραβάσεις
Οἱ ἐφοπλιστὲς νὰ καθελκύουν διαρκῶς νέα σκάφη
Οἱ καταστηματάρχες ν᾿ ἀνοίγουν καὶ νὰ κλείνουν σύμφωνα μὲ τὸ ἑκάστοτεὡράριο
Οἱ ἐργάτες νὰ συμβάλλουν εὐσυνείδητα στὴν ἄνοδο τοῦ ἐπιπέδουπαραγωγῆς
Οἱ ἀγρότες νὰ συμβάλλουν εὐσυνείδητα στὴν κάθοδο τοῦ ἐπιπέδουκαταναλώσεως
Οἱ φοιτητὲς νὰ μιμοῦνται τοὺς δασκάλους τους καὶ νὰ μὴν πολιτικολογοῦν
Οἱ ποδοσφαιριστὲς νὰ μὴ δωροδοκοῦνται πέραν ἑνὸς λογικοῦ ὁρίου
Οἱ δικαστὲς νὰ κρίνουν κατὰ συνείδησιν καὶ ἐκτάκτως μόνονκατ᾿ἐπιταγὴν
 τύπος νὰ μὴ γράφει ,τι πιθανὸν νὰ ἐμβάλλει εἰς ἀνησυχίαν τοὺςφορτοεκφορτωτάς
Οἱ ποιητὲς ὅπως πάντα νὰ γράφουν ὡραῖα ποιήματα.