Δευτέρα, 13 Νοεμβρίου 2017

Ανέκδοτο ποίημα του Νάνου Βαλαωρίτη αφιερωμένο στον Κωστή Τριανταφύλλου

4 Μαΐου 2015

Του Δία οι κεραυνοί ας τρέμουνε
μπρος του Κωστή τους Σπινθήρες
Καταπέλτης στης χούντας τη σκοτοδίνη
οι εξαερισμοί ο ένας μετά τον άλλον

Της καπελωμένης πυραμίδας αναμαλλιασμένη
με της νεαρής μητέρας το προφίλ ¾
καρατόμησης κακούργου μεγαλουπόλεως
ο άγιος αυτοπροσώπως ποιητής υπεράνθρωπος

Οι βράχοι, οι βάκχοι, οι βάτραχοι
στήνουν το τρίτο φύλλο της εφημερίδας
που όταν το έχεις κλείσει δεν έχεις μάθει
τίποτα… Ταπετσαρίες παριστάνουν την αλήθεια
Το ψεύδος την απάτη

Της πράξης ο Μέγας Κωστής
ο πολύτεχνος και πολυμήχανος
που έχει πίσω του Αστραπές
Βροντές και Κεραυνούς και
πολλά ωραία ποιήματα
Ένας αυθεντικός επαναστάτης
που κράτησε ζωντανή την πιο ριζοσπαστική
πλευρά του «πάλι»
Με αγάπη και θαυμασμό

Νάνος Βαλαωρίτης

Ποίημα που έγραψε κι αφιέρωσε ο Νάνος Βαλαωρίτης στο ποιητή, ζωγράφο και γλύπτη Κωστή Τριανταφύλλου


Το εξώφυλλο από τα αποσπάσματα 1967-74
ποιήματα προκηρύξεις του Κωστή
που κυκλοφόρησε παράνομα και από χέρι σε χέρι μέσα στη χούντα
και επανεκδόθηκε και κυκλοφορεί σήμερα από τις εκδόσεις Εξάρχεια.

Το παραπάνω ποίημα του Νάνου Βαλαωρίτη. είναι ανέκδοτο και αδημοσίευτο και το δημοσιεύω εδώ για πρώτη φορά χωρίς κανένα δικαίωμα και καμία άδεια. Βέβαια, ο Κωστής δεν έχει πρόβλημα - καθώς μου το έδωσε να το διαβάσω στην παρουσίαση του βιβλίου του που έγινε το Σάββατο 18 Νοεμβρίου 2017 στο καφέ βιβλιοπωλείο Ιδιώνυμο, στον Κορυδαλλό και ο Νάνος, απλά το έδωσε στον Κωστή να το χρησιμοποιήσει όπως θέλει. 

Πληροφορίες για το έργο του Κωστή, μπορείτε να βρείτε στους παρακάτω συνδέσμους που παραθέτω, αλλά περισσότερα θα διαβάσετε στα βιβλία του ή - ακόμα καλύτερα - αν τον συναντήσετε σε κάποια παρουσίαση και μιλήσετε προσωπικά μαζί του. 












Κυριακή, 15 Οκτωβρίου 2017

Αγιογράφος εκ Τήνου


Όταν όμως, πέρασαν οι πρώτες στιγμές της περιέργειας, οι υπηρέτες με άφηναν ήσυχο και μόλις τέλειωνα τις ραπτικές μου εργασίες, σήκωνα τα μάτια κι έβλεπα τη μεγαλειώδη περιπέτεια που ήμουν προορισμένος να ζήσω, (εν καιρώ), ενώ τα βράδια μπορούσα να γυρίζω ελεύθερος στα δάση, ιδιοκτησία των πρώτων ξυλέμπορων της πόλης
           κι εκεί, αποφεύγοντας τις μοιραίες συμπτώσεις, συναντούσα τη μικρόσωμη θεία μου και τη θλίψη του αγαπητού μας υιού, εξαδέλφου και ανιψιού, που ο πρόωρος θάνατός του ξεπερνούσε πολλά νοήματα – αλλά πώς μπορούσαν να σκέφτονται ότι εγώ, ένας θνητός, θα κατέφευγα σε τέτοιες κολακείες,
           έψαλλα, λοιπόν, μ’ όλη μου την ψυχή, έτσι που να διερωτώνται ανήσυχοι τι λογαριάζω και μετά το φαγητό καθόμουν στην είσοδο, στρίβοντας το μαντίλι με αδύναμα δάχτυλα – αλλά δεν παραπονιόμουν,
           γιατί στο βάθος ήξερα πως ήμουν ο μυστηριώδης εικονογράφος όλων εκείνων των ωραίων που θα δουν αύριο, έστω και με τις ασυνήθιστες, κάπως, πινελιές ενός συνηθισμένου μέθυσου.


Tάσος Λειβαδίτης, "Ανακάλυψη" 1978, 
εκδόσεις κέδρος




Τρίτη, 25 Ιουλίου 2017

Ποίηση - Charles Bukowski

χρειάζεται
πολλή

απελπισία

δυσαρέσκεια

και
απογοήτευση

για να
γράψεις

λίγα
καλά
ποιήματα.

δεν
μπορεί
ο καθένας

ούτε να

την
γράψει

ούτε να

την
διαβάσει.


Τρίτη, 18 Ιουλίου 2017

Νικήτας Ράντος - Στρογγυλή συμφωνία


Γυρίζει γυρίζει φριχτά
ο στρογγυλός ο δρόμος
γυρίζουν γυρίζουν φριχτά
στο στρογγυλό το δρόμο
χιλίων ειδών ανθρώποι
μηχανές ποικίλων μορφών
γυρίζουν γυρίζουν σιγά
οι κουτσοί οι τυφλοί και οι γέροι
το δίτροχο με το μισόνεκρο μουλάρι
το τραμ τρία που σταθμεύει εκεί κοντά
το κίτρινο τραμ ανάμνηση βελγικής εταιρίας
γυρίζει γυρίζει σιγά
η κοκότα που κάνει τροτουάρ
και ο ομοφυλόφιλος νέος
και πίσω από το νέο
απόστρατος ανθυπολοχαγός
ήρωας σε δυο νικηφόρους πολέμους
και πρώην μπράβος στη Σμύρμη μέσα
γυρίζει σιγά σιγά
το παιδί που δεν αγαπάει το σχολειό
κι ο άνεργος που από κάπου περιμένει δουλειά
πλήθος κόσμου γυρίζει συχνά
τα πρωινά στην πλατεία της Ομόνοιας
πλήθος πραγμάτων γυρίζουν σιγά
ολημερίς στην κεντρική την πλατεία
χαντάκια μικρά κάθε είδους
κουρελάκια που άλλοτε ίσως νάταν ωραία
κι η σκόνη κι αυτή γυρίζει σιγά
κι η πλάκα του φωνογράφου
σιγά γυρίζει ένα παλιό ταγκό
πάμπολλες σκέψεις γυρίζουν
γύρω – γύρω στην πλατεία της Ομόνοιας
συναντιούνται καμιά φορά
στον κυκλοτερό τους δρόμο
πριν χαθούν σε μια πάροδο
μαζί ή χωριστά
πριν χαθούν μεσ’ τη γη-
της γης οι δρόμοι
που ενώνουν την Αθήνα με τον Πειραιά
σε μερικούς δίνουν τη θάλασσα
-ποιος θα ποτέ γιατί τη θέλουν-
σ’ άλλους χρήματα έρωτα
στην πλατεία της Ομόνοιας δίνουν ζωή
βγαίνει ξετρυπάει με πόνο το πλήθος
έτοιμο να γυρίσει σα μπάλα
-ποιος δρόμος είναι τάχα ο τυχερός αριθμός;
φωνάζει ο λούστρος το λαχείο του στόλου
γυρίζει με βία τη μεγάλη πλατεία
ανδρείκελα σε πλάκα φωνογράφου
που κραυγάζει Εστία και Έθνος
την αξία γραβάτας που πουλούν σε τιμή ανεργίας
μυτερή η βελόνα που βγάζει τους ήχους
μ’ ελατήριο το χρήμα
και γυρίζει η πλατεία
ενώ οι δύστυχοι άνθρωποι προσπαθούν να μην κινηθούν
τι τους σπρώχνει κει κάτω στη γη
μακριά από κάθε αέρα
ποιες ελπίδες ή ποια φριχτήν αιτία
να μπορούσε να σταθεί όλος ο κόσμος
που περνάει τα βράδυα από την Ομόνοια
να κάτσει για μια στιγμή
και να δώσει ζωή στις πέτρες
και να πουν μεταξύ τους οι άνθρωποι
δυο λόγια απλά
σαν άνθρωποι
και τα φώτα που ξελαρυγγώνουν πλούσιες ιδιότητες
να πνιγούν με καρδιές-
να σταματήσουν για μια στιγμή τα λεωφορεία
να ξεκουραστούν και τα κακόμοιρα ταξί
και η άσφαλτος για λίγο να πάψει να υποφέρει
ας ησυχάσει η πλατεία από τους κόπους των κορμιών
και η Εστία ας μη βγει για μια μέρα
ας έρθει η σειρά των φτωχών να γυρίσουν λεύτερα
αδιάφορο αν ίσια ή κυκλοτερά
γύρω στην πλατεία της Ομόνοιας
ας γυρίσουν σε κύκλους πελώριους
σε σφαίρες ασάλευτες και ξένες-
και ο φωνόγραφος ας μην παίξει ένα παλιό τανγκό
τι ωραία που θα ‘ναι τότε η πλατεία
που θα φορούν οι άνθρωποι
και δέντρα τα λεωφορεία
πώς θα γλυκομιλούν λέγοντας
όσα όταν περνούσαν βιαστικά
σκοντάφτοντας ο ένας στον άλλον
ποτέ δεν είχανε σκεφτεί
θα περπατούν οι λέξεις
θα φτιάχνουν………..
τι δε θα φτιάχνουν….
………στη γενική ανθρώπινη αρμονία
Αλλά πού!
ποιος σήμερα ταράζει τους κύκλους
που μας ταράζουν όλους εμάς
δεκάρες πεντάρες και λίρες χρυσές
κινούν την Ομόνοια γύρω σε άξονα
γυρίζουν σα σβούρα κυκλικά σε πλατεία
εργάτες και πλούσιοι φτωχοί και φτωχοί
και στους διαβολικούς εκείνους γύρους
ο αγέρας σηκώνει φουστάνια
ανεμίζει χαρές και πόνους
όλη η Αθήνα βρίσκεται στην Ομόνοια μέσα
κι οι πιο κρυφοί πόθοι εκεί πέρα ζουν
εκεί αρχίζει ο έρωτας που πληρώνεται
εκεί οι διαδηλώσεις για πληρωμή
εκεί αρχίζουν οι ζάλες
που σε κάνουν όλα να τα δεις να γυρίζουν
αγαπώ τις πλατείες σαν την Ομόνοια γυμνές
αφήνουν να θωρήσεις την κάθε σκιά
που πετιέται στους δρόμους
και λιμνάζουν εκεί θολά νερά
κυκλοτερά
μες στα νερά καθρεφτίζονται σπίτια
της Ομόνοιας τ’ άσκημα σπίτια
δίπατα τρίπατα και πιο ψηλά ακόμα
περίεργα τα σπίτια της Ομόνοιας
δε μιλούν όπως άλλα κτίρια
αλλά ποιος ακούει τι λένε;
τα λυπάμαι πολύ
θα ‘ναι φριχτά ζαλισμένα
απ’ την πλάκα που γυρίζει όλη μέρα
και τα βράδυα δεν τ’ αφήνουν να κοιμηθούν
μαζί με τους δρόμους τ’ ανάβουν φριχτά
όπως η σαμπάνια χορεύτρες φτωχές
και γυρίζουν τότε κι αυτά μεθυσμένα
ολόκληρη η πλατεία πηδάει
στην παραζάλη κείνη.


Δείτε εδώ σχετικά για τον Νικήτα Ράντο


Δευτέρα, 10 Ιουλίου 2017

Το έγκλημα - Λειβαδίτης

Το έγκλημα

Μόλις είχε γεννηθεί κι οι γυναίκες, κλαίγοντας, κάτω στο
πλυσταριό, τούπλεναν κιόλας το πουκάμισο
για την ημέρα της δίκης

ο διακόπτης

Και το προαίσθημα δεν είναι παρά αυτό που έγινε κάπου
                μες στο σκοτάδι –
και περιμένει, για να σε συντρίψει, ν’ ανάψεις το φως.


Τάσος Λειβαδίτης, Ανακάλυψη, εκδόσεις κέδρος 1977 

Δευτέρα, 13 Μαρτίου 2017

Δειλινό στη γέφυρα – Τάσος λειβαδίτης

 από το Μικρό βιβλίο για μεγάλα όνειρα
Αποσπάσματα


Κι αν με βλέπετε να στέκομαι συχνά μπρος στον καθρέφτη δεν είναι από φιλαρέσκεια, αλλά πρέπει κάθε τόσο να διορθώνω τη θηλιά που μ’ έχουν κρεμάσει… (…)

Έπειτα γύρισα στο δωμάτιό μου, γονάτισα πίσω από τον καναπέ κι έπαιξα με τη Λουκία, τη μικρή πεθαμένη υπηρέτρια των παλιών ωραίων καιρών. (…)

Κι άξαφνα μια μέρα, όπως καθόμουν, αναπήδησα γιατί κατάλαβα πως η ζωή δεν είναι αιώνια, ήταν μάλιστα τόσοι πολλοί ηλίθιοι που μου εύχονταν στα γενέθλιά μου «χρόνια πολλά», που ξέχασα ολότελα πως μια μέρα θα πεθάνω (…)

πήγα λοιπόν και πέταξα τα λεφτά στον υπόνομο – από τότε κοιμάμαι ήσυχος. (…)

«Με συγχωρείτε, τους λέω, δεν ήθελα να σας ενοχλήσω, αλλά, για το θεό, δεν βλέπετε – είναι αργά για όλα» τρόμαξαν, θέλησαν να με διώξουν, αλλά εγώ πιο γρήγορος έβγαλα τον μπαλτά που έχω πάντα κάτω από το σακάκι μου, τους άνοιξα το κεφάλι και τους έβαλα μέσα ένα κλωνάρι πασχαλιάς.
                Ίσως γι’ αυτό μιλώ μόνο το βράδυ.

(…)κι όλα αυτά προς δόξαν του μυστηρίου κι ο χαμένος χρόνος ας πάει να κρεμαστεί κι ας κρεμαστεί μαζί του κι εκείνος που τον έχασε. Κι ύστερα έρχονται και σε ρωτάνε: «σε ποιον έχω την τιμή;», «στου μουνί της αδελφής σου, βρε ηλίθιε – δε βλέπεις;»

(…)όπως τότε παιδί που οι υπηρέτριες έσκυβαν και κοίταζα με αγωνία τις δαντέλες στις άσπρες κυλότες τους(…)

(…)ω χαμηλά φώτα των τρένων, των φτηνών ξενοδοχείων, των απόμερων δρόμων ή των μικρών εκκλησιών στις εξοχές και γενικά, εκεί που οι ψυχές πηγαίνουν να λησμονήσουν λίγο, ενώ ένας ζητιάνος κάτω από ένα παράθυρο τραγουδάει βραχνά
                την εποποιία της ερημιάς.

(…)κι εγώ έπαιζα το μεγάλο ρόλο μου κλειδωμένος στη σοφίτα. Κι αργότερα συνάντησα στο διάδρομο την κυρία – Μάρθα. «Ήταν θέλημα Κυρίου, είπε. Και τώρα στο έργο μας.»

Φυσικά, από παιδί είχα πάντα τη διαίσθηση ότι ήμουν γεννημένος για κάτι πολύ μεγάλο. Τι ακριβώς; Μάλλον δεν θα το μάθω ποτέ. (…)αλλά κι εγώ με αυτό το τρέξιμο κάθε νύχτα ως την άκρη του κόσμου, το πρωί εξαντλημένος δεν μπορούσα να γράψω ούτε γραμμή – διότι, είρησθω εν παρόδω, ήμουν ένας σπουδαίος συγγραφέας. (…)





Δευτέρα, 2 Ιανουαρίου 2017

H γεωργικότης της συφιλίδος και της βλενορροίας... Γιάννης Τσαρούχης

"H γεωργικότης της συφιλίδος και της βλενορροίας επιβλεπόμενη από μίαν μητέραν, υπό μορφήν μικρού κανίστρου βαμμένου με μπρούτζινα, με άνθη πάνινα σκονισμένα, ροζ, μώβ, κίτρινα, πράσινα πολύ ανοιχτά, ξαπλώνεται με βάρος, ανορθώνεται θυμωμένη, δίνει μια κλοτσιά σε κάθε Πιετά, ιδίως του Μιχαήλ Αγγέλου την Πιετά. Οι πορδές τους πάνε στον ουρανό, ο ουρανός πέφτει αλληλοδιαδόχως, οι άνθρωποι ανακαλύπτουν πως είναι ζωγραφιστός - κάποιος αναγγέλλει πως θα πέσει ο καθ' εαυτό ουρανός, πέφτει κι αυτός, και ο κόσμος ανακαλύπτει ότι ο καθ' εαυτό ουρανός είναι μια καπότα, προφυλακτικό. Μέσα στις πληγές των αφροδίσιων φυτεύουν βασιλικό. Ο βασιλικός βγάζει χρυσά μήλα, κελαηδούν στα κλαδιά του πουλιά αληθινά, ο αέρας μυρίζει κανέλα και μάλαμα, ο ουρανός είναι ροζ και θαλασσίς. Ο ουρανός πλησιάζει και μυρίζει μπριγιαντίνη, η Ηθική βρώμα κατρουλιό. Η Τέχνη, σκατό."

Γιάννης Τσαρούχης, Ποιήματα 1934-37
εκδόσεις άγρα 1996