Σάββατο, 3 Σεπτεμβρίου 2011

Γιάννης Αγγελάκας, Ποίηση


Καθώς λατρεύω την ποιητική του παράνοια, παραθέτω κάποιους από τους αγαπημένους μου στίχους του. 


Πριν αρχίσουν όλα
Είχαν κιόλας αρχίσει
Πριν φτάσω ήμουν ήδη εκεί
Τα ίχνη μου και ο δρόμος προϋπήρχαν
Τ' ακολούθησα
Βρήκα ένα σπίτι στις φλόγες
Μπήκα μέσα και του 'βαλα φωτιά.


ΘΑΛΑΜΟΣ Δ

Με κατατρώγει αυτό το ανώδυνο ξεπέρασμα των αρχι­κών μου πόθων.
Ω! Η πρώτη ιδέα έχει κιόλας αντικατασταθεί με μια άλλη πιότερο ευπρόβλεπτη, ευέλικτη, πρακτική. Ή μάλλον όχι. Εδώ έχουμε να κάνουμε με υποκατάσταση. Παλεύω με το υποκατάστατο της μέρας και όχι με την ίδια τη μέρα. Ερωτοτροπώ με το υποκατάστατο της νύχτας και όχι με την ίδια τη νύχτα. Ούτε καν αυτό τον ίδιο το θάνατο δεν ανέχομαι, πρέπει να βρεθεί κάτι άλλο.
Αρχίζω και νιώθω περισσότερο άνθρωπος μέσα σ' αυτή τη φτηνή και απόκοσμη φαντασμαγορία της ματαιότη­τας, θέλω να παρουσιάσω το δικό μου νούμερο.
Στριμώχνομαι στη σειρά με υπερτροφικές μπαλαρίνες, σταφιδιασμένες πριμαντόνες, καυλωμένους στρατοκράτες, βιαστές λαχανικών, ορχήστρες δολοφόνων, φυματι­κούς μεσσίες, πυρηνικούς επιβήτορες. Έρχεται η σειρά μου, έρχεται η σειρά μου και δεν έχω τίποτα αξιόλογο να επιδείξω, κάποιο τρικ να γοητεύσω έστω μερικούς. Τρέ­μω. Τα έχω χαμένα. Αυτό θα κάνω. Θα ουρλιάξω πως είμαι πάμφτωχος κι αδέξιος κι ανίκανος και κενός και ί­σως γι' αυτό ν' αξίζω μια στιγμή την προσοχή σας. Θα τρομάξουν. Δεν μπορεί, θα με χειροκροτήσουν.
Α! Ξημερώνει για τα καλά, πρέπει να βρω κάποιον να του πω μια καλημέρα. Αρκεί βέβαια αυτός ο κάποιος να μην οπλοφορεί.



ΟΙ ΚΑΛΥΤΕΡΟΙ Τ Η Σ ΡΑΤΣΑΣ ΜΑΣ

Οι καλύτεροι της ράτσας μας γίνονται φονιάδες
Ακολουθούν σε απόσταση ασφαλείας
οι ποιητές
οι παραμυθάδες
οι τερατολόγοι γενικώς
Μερικές χιλιάδες έτη φωτός πιο πέρα
Πλατσουρίζουν αγέλαστοι κι ανόρεχτοι
Στα στάσιμα νερά της μετριότητας
Οι όμηροι του φόβου




ΓΙΑ ΤΗ ΣΧΙΖΟΦΡΕΝΕΙΑ

Η σχιζοφρένεια είναι μια υγιής αντίδραση της ψυχής και του πνεύματος ενάντια στη σταθερή και ανελέητη εξουσία του χρόνου.


ΛΑΘΟΣ ΚΙΝΗΣΗ

Καθισμένος ένα ολόκληρο απόγευμα
Στην παλιά μπαλωμένη μου πολυθρόνα
Μην περιμένοντας κανέναν να μου χτυπήσει την πόρτα
και κανέναν να με χαϊδέψει
και κανέναν να με μαστιγώσει
και κανέναν να με δεχτεί
και κανέναν να με απορρίψει
Ένιωσα να με πλησιάζει κάτι
που θα μπορούσε να 'ταν η ευτυχία
Τότε σηκώθηκα να σημειώσω αυτές τις λέξεις
Και όλα πήγανε στράφι


ΜΙΑ ΕΥΧΗ

- Κάνε μια ευχή με μια λέξη
— Όχιπ ό ν ο ς
- Μα αυτές είναι δύο
- Στ' αρχίδια μου


ΗΑΡΡΥΕΝD Ι

- Έι, μάνατζερ, έχω κάτι δάκρυα για πούλημα - Επιτέλους, πάνω που σε νόμιζα ξοφλημένο! - Πιο πολύ γι' αυτό έκλαψα
- Έλα στην αγκαλιά μου, μεγάλε μου αρτίστα,
Πληγωμένο μου σκυλί,
Σ' αγαπώ σαν φουσκωμένο πορτοφόλι!


ΗΑΡΡΥΕΝD II

—Έι, μάνατζερ, έχω κάτι φόβους για πούλημα
- Αληθινούς;
- Αληθινούς
- Ανελέητους;
- Ανελέητους
- Πρωτότυπους;
- Ξέρω γω;
- Δώσ' μου κάτι να καταλάβω!
- Να, καμιά φορά φοβάμαι πως ο κόσμος αναπνέει
μες στην κωλοτρυπίδα σου
- Σ' αγαπώ, λατρεμένε μου μπάσταρδε,
σ' αγαπώ σαν τα ρουθούνια μου



ΜΗΤΕΡΑ ΘΛΙΨΗ

Φανερώσου
Με τα σκοτάδια σου να χαμογελούν
Την πέτρινη αγκαλιά σου να ορέγεται ακόμη
Στρατιές μοναχικών δημίων
Τους πειρατές των εφτά σκουπιδότοπων
Με τις λιγδιάρικες στολές τους
Να λαμπυρίζουν
Στη διάταξη των μικρών και των μεγάλων φαλλών
Αναλογίσου όλους εμάς
Που καρτερούμε τυλιγμένοι σε μολυσμένες ρόμπες
Με παντόφλες και κέρατα
Ρίχνοντας χαμόγελα νάρκες στους καχύποπτους γείτονες
Όλους εμάς
Που φτυαρίζουμε αποκαμωμένοι το σκοτάδι
Με υπεριώδη βλέμματα
Και στρώνουμε δείπνα συντροφικά
Και μοιραζόμαστε ψίχουλα μπαγιάτικιας δόξας
Και μουχλιασμένους μύθους
Αναλογίσου μας και φανερώσου
Με το επίσημο σου ένδυμα
Με τα δόντια σου τα κοφτερά τα δίκαια
Ροκάνισε το θάνατο
Που καρφιτσώθηκε στα κόκαλα μας
Και ξαναβάφτισέ μας γιους σου
Φανερώσου
Μητέρα θλίψη
Δεν την αντέχουμε πια
Τόση ορφάνια




Θέλω να γνωρίσω όλους αυτούς που σκύβουν

Θέλω να γνωρίσω όλους αυτούς που σκύβουν
Πάνω από ένα καθαρό κομμάτι χαρτί
Μέσα σε βρόμικες διαλυμένες κάμαρες
Γεμάτοι οργή κι απόγνωση
Αποφασισμένοι ωστόσο
Να το λεκιάσουν με λέξεις
                     βρόμικες λέξεις
                          άγιες λέξεις
                               λέξεις κλειδιά
                                    ιδέες φαντάσματα
                                         λυτρωτικές φράσεις

Θέλω να γνωρίσω όλους αυτούς τους μανιακούς του λόγου

Να γλείψω το μελάνι από τα δάχτυλα τους
Να φιλήσω τα παραμορφωμένα τους μέτωπα
Να συμμαζέψω τις τσαλακωμένες τους ονειρώξεις
Να διορθώσω τα ορθογραφικά λάθη του έρωτα τους
Να τους καθησυχάσω
Να τους πείσω πως δε χρειαζόμαστε άλλο αίμα γι' απόψε
Πως χορτάσαμε
Κι ύστερα να τους βάλω στο κρεβάτι
Και να τους νανουρίσω


και λίγο από μελοποιημένο Rimbaud 

Ουρλιαχτό (αποσπάσματα) Allen Ginsberg


the scream of Edward Munch

Ι
Είδα τα καλύτερα μυαλά της γενιάς μου χαλασμένα απ'
την τρέλα, λιμασμένα υστερικά γυμνά,
να σέρνονται μες απ' τους νέγρικους δρόμους την αυγή γυρεύοντας μια φλογισμένη δόση

χίπστερς αγγελοκέφαλοι που καίγοταν για τον αρχαίο επουράνιο δεσμό με το αστρικό δυναμό στη μηχανή της νύχτας,
φτωχοί και κουρέληδες με βαθουλωμένα μάτια, που φτιαγμένοι ξενυχτούσαν καπνίζοντας στο υπερφυσικό σκοτάδι παγωμένων διαμερισμάτων, αρμενίζοντας πάνω από τις κορφές των πόλεων αφοσιωμένοι στη τζαζ,
που άνοιγαν το μυαλό τους στα Ουράνια κάτω απ' τον εναέριο σιδηρόδρομο και βλέπανε αγγέλους μουσουλμάνους τρεκλίζοντας φωτισμένοι σε ταράτσες λαϊκών πολυκατοικιών,
που πέρασαν απ' τα πανεπιστήμια με μάτια ανοιχτά κι αχτινοβόλα με παραισθήσεις του Άρκανσω κι οράματα δραματικά λουσμένα στο φως του Μπλέηκ ανάμεσα στους μανδαρίνους του πολέμου,
που αποβλήθηκαν απ' τις ακαδημίες γιατ' ήσαν λέει τρελοί κι εξέδιδαν άσεμνες ωδές στα παράθυρα της νεκροκεφαλής,
(...)
που γυρόφερναν τα μεσάνυχτα στο μηχανοστάσιο των τραίνων
κι' αναρωτιόνταν που να πάνε, και πήγαν, χωρίς ν'αφήσουν κανένα με παράπονο,
(...)
που γλύκαναν την ήβη εκατομμυρίων κοριτσιών τρέμοντας
στο δειλινό και είχαν μάτια κόκκινα το πρωί, πρόθυμοι
όμως να γλυκάνουν την ήβη της ανατολής, αστράφτοντας
οπίσθια στους σιτοβολώνες και γυμνοί στη λίμνη,
(...)
που πέταξαν τα ρολόγια τους απ' την ταράτσα για να ρίξουν
την ψήφο τους υπέρ της Αιωνιότητας έξω απ' το Χρόνο,
και ξυπνητήρια πέφταν κάθε μέρα στα κεφάλια τους
καθ' όλη την επόμενη δεκαετία,
που κόψανε τις φλέβες τους τρεις φορές συνέχεια ανεπιτυχώς,
το πήρανε απόφαση κι αναγκάστηκαν ν' ανοίξουν
μαγαζιά με αντίκες όπου νοιώθουν πως γερνούν, και
κλαίγανε
(...)
που υψώθηκαν μετενσαρκωμένοι στα φασματικά ρούχα της
τζαζ στη χρυσοκέρατη σκιά της μπάντας και τραγούδησαν
το βάσανο γι' αγάπη του γυμνού αμερικάνικου μυαλού
με μια ηλί ηλί λαμά σαβαχθανί σαξοφωνική κραυγή
που ανατρίχιασε τις πόλεις μέχρι το τελευταίο ραδιόφωνο
με την απόλυτη καρδιά του ποιήματος της ζωής σφαγμένη
και πεταμένη έξω απ' τα κορμιά τους
καλή για φάγωμα για χίλια χρόνια.





Ραψωδία 25η Τάσος Λειβαδίτης




Έζησα σ’ έναν κόσμο αλλόκοτο.
Απλώνοντας στους άλλους ένα χέρι
                                  ακρωτηριασμένο απ’ τη δυσπιστία,
τρώγοντας ένα ψωμί
                                      νεκρό
                                 δολοφονημένο από την ταπείνωση.

Νευρώσεις
δάκρυα
δεινόσαυροι με ημίψηλα
ατομική ιδιοχτησία –
ψάχνοντας απεγνωσμένα για ένα δρόμο
μέσα σ’ αυτή τη χιονοθύελλα από χαρτονομίσματα
                                                                          οικοδομές
                                                           και χαμένα χρόνια
παρθένες συνουσιάζονται με τις ομπρέλλες τους
άνθρωποι κομένοι κατακόρυφα στη μέση παρακολουθούν τη λειτουργία της Κυριακής
τ’ άλλο μισό τους παζαρεύει στα μπακάλικα και στα μπορντέλα,
τα ματωμένα εντόσθιά τους μπερδεύονται 
με τα μαλλιά των γυναικών, τις κονσέρβες, τα εικονίσματα,
καθρέφτες  κλέφτες κάθε πρωί σου αρπάζουνε
εν’ ανεπίστρεπτο κομάτι από τη νειότη σου – βελάζουνε, βελάζουνε
τα δευτερόλεπτα
μες τα σφαγεία των ρολογιών, η συνήθεια και η εκβιασμένη ηδονή
αποπατούν τα συζυγικά κρεβάτια – θηρία που κάθε νύχι τους
                                                                          ήταν και μια γυναίκα
και μεγάλα σαρκοφάγα αισθήματα
που μου μάσησαν τα πλεμόνια, το σηκότι,
                                                               την καρδιά,
κι ύστερα φτύσαν πάνω στο χαρτί
μερικά απομεινάρια
                                    λέξεων.  
(…)