Κυριακή, 15 Απριλίου 2018

Σύννεφο με παντελόνια Βλαντιμίρ Μαγιακόφσκι

Τη σκέψη σας που νείρεται
πάνω στο πλαδαρό μυαλό σας
σάμπως ξιγκόθρεφτος λακές
σ’ ένα ντιβάνι λιγδιασμένο,
εγώ θα την τσιγκλάω
επάνω στο ματόβρεχτο κομμάτι της καρδιάς μου.
Φαρμακερός κι αγροίκος πάντα
ως να χορτάσω χλευασμό.
Εγώ δεν έχω ουδέ μιαν άσπρη τρίχα στην ψυχή μου
κι ουδέ σταγόνα γεροντίστικης ευγένειας.
Με την τραχιά κραυγή μου κεραυνώνοντας τον κόσμο,
ωραίος τραβάω, τραβάω
εικοσιδυό χρονώ λεβέντης.
Εσείς οι αβροί!
Επάνω στα βιολιά ξαπλώνετε τον έρωτα.
Επάνω στα ταμπούρλα ο άξεστος τον έρωτα ξαπλώνει.
Όμως εσείς,
θα το μπορούσατε ποτέ καθώς εγώ,
τον εαυτό σας να γυρίσετε τα μέσα του όξω,
έτσι που να γενείτε ολάκεροι ένα στόμα;
Ελάτε να σας δασκαλέψω,
εσάς τη μπατιστένια απ’ το σαλόνι,
εσάς την άψογο υπάλληλο της κοινωνίας των αγγέλων
κι εσάς που ξεφυλλίζετε ήρεμα-ήρεμα τα χείλη σας
σα μια μαγείρισσα που ξεφυλλίζει τις σελίδες του οδηγού μαγειρικής.
Θέλετε
θα ‘μαι ακέραιος, όλο κρέας λυσσασμένος
-κι αλλάζοντας απόχρωση σαν ουρανός-
θέλετε-
θα ‘μαι η άχραντη ευγένεια
-όχι άντρας πια, μα σύγνεφο με παντελόνια

(Μετάφραση: Γιάννης Ρίτσος)




Τετάρτη, 11 Απριλίου 2018

Ο πρώτος στίχος - Τάσος Λειβαδίτης

Aλλά γιατί καμιά φορά στεκόμαστε στη μέση ενός αγνώστου δρόμου
ή μπροστά σ’ ένα παλιό σπίτι. Τι μας θυμίζουν; Ποιόν
αναζητούμε;
Κι άλλοτε κάτω από μια γέφυρα ή πίσω από μια κουρτίνα νιώθεις
να ζείς πιο αληθινά –
πράγματα που θα εξοφλήσεις κάποτε με τη ψυχή σου.
Ώσπου ένα πρωί ακουγόταν το πρώτο κελάηδημα στον κήπο.
Άνοιξη.
Η μητέρα άλλαζε καπέλο, η νεαρή υπηρέτρια ανέβαινε στη σοφίτα
κι έκλαιγε κι ο παππούς ξεχνούσε να διαβάσει τη Βίβλο….

Τώρα κάθομαι στην παλιά κουνιστή πολυθρόνα που κάθησαν τρείς
γενιές. Πού πήγαν τόσοι άνθρωποι;
Ολόκληρη η ζωή μου δεν ήταν παρά η ανάμνηση ενός ονείρου
μέσα σε ένα άλλο όνειρο. Κι η Άννα όταν γελούσε ήταν σα να
Σκόρπιζε γιασεμιά
φωτίζοταν για λίγο η νύχτα.

Θυμάμαι παιδί που έγραψα κάποτε τον πρώτο στίχο μου.
Από τότε ξέρω ότι δε θα πεθάνω ποτέ-
αλλά θα πεθαίνω κάθε μέρα.



από τη συλλογή: Τα χειρόγραφα του φθινοπώρου 1990

Πέμπτη, 5 Απριλίου 2018

Το κρασί του δολοφόνου Charles Baudelaire


Η γυναίκα μου πέθανε, είμαι λεύτερος!
Μπορώ λοιπόν , να πίνω ως την υπερβολή.
Όταν γύριζα αδέκαρος,
Οι κραυγές της μου ξέσκιζαν την ψυχή!

Όσο κι ένας βασιλιάς είμαι ευτυχής.
Ο άνεμος είναι καθαρός, θαυμάσιος ο ουρανός…
Είχαμε ένα καλοκαίρι όμοιο
Όταν κοντά της έγειρα, θερμός εραστής.

Η φοβερή δίψα που με ξεσκίζει
Θα ΄χε ανάγκη για να κορεστεί
Τόσο κρασί όσο να χωρέσει το μνήμα της
Μπορεί – δεν είναι λίγο να το λέω:

Την πέταξα στου πηγαδιού το βάθος
Κι έσπρωξα πάνω της με πάθος
Όλες του φρόχειλου τις πλάκες
 – Θα τη λησμονήσω αν το μπορέσω!

Στο όνομα των τρυφερών όρκων
Που απ’ αυτούς, τίποτα να μας αποδεσμεύει δεν μπορεί
Για να μας συμφιλιώσει
σαν τότε στου μέθυσου, την ωραία εποχή

Ικέτεψα μια συνάντηση από κείνη 
το δειλινό, σε έναν δρόμο σκοτεινό
Εκείνη ήρθε – Όν τρελό!
Όλοι λίγο ως πολύ είμαστε τρελοί.

Ήταν ακόμα όμορφη,
αν και αποκαμωμένη! κι εγώ
την αγαπούσα πολύ! Να γιατί
της είπα: Βγες απ’ αυτή τη ζωή!

Κανείς δεν μπορεί να με κατανοήσει. Έστω κι ένας
Ανάμεσα σε αυτούς τους ανόητους μπεκρήδες
Μήπως σκέφτηκε μες τις νοσηρές νύχτες
Να κάνει ένα σάβανο από κρασί;

Αυτός ο άτρωτος οινοχαρής
Σαν τις σιδερένιες μηχανές
Ποτέ, μήτε χειμώνα, μήτε καλοκαίρι
Δεν ένιωσε την πνοή αγάπης αληθινής

Με τις μαύρες μαγείες της
Με την καταχθόνια συνοδεία των επικλήσεών της
Τις φαρμακερές φιάλες, τα δάκρυά της
Τους θορύβους της, αλυσίδας και οστών!

Να ’μαι λεύτερος και μοναχικός!
Θα ’μαι απόψε στουπί
Τότε δίχως φόβο και δίχως τύψη
Θα ξαπλωθώ πάνω στη γη.

Θα κοιμηθώ σα σκύλος!
Το κάρο με τις βαριές ρόδες
Φορτωμένο πέτρες και λάσπες
Το λυσσασμένο βαγόνι μπορεί καλά

Να συντρίψει το ένοχό μου κεφάλι
Ή να με κόψει στη μέση
Μου είν’ αδιάφορο σαν το Θεό
Το διάβολο ή την Αγία Τράπεζα!