Μας έλεγαν θα νικήσετε όταν εγκαταλείψετε τη ζωή σας.
Εγκαταλείψαμε τη ζωή μας και βρήκαμε τη στάχτη…
Βρήκαμε τη στάχτη. Μένει να ξαναβρούμε τη ζωή μας ,
Τώρα που δεν έχουμε πια τίποτα…
Γ. Σεφέρης.
Ηρώδειο:
Η υγρή ψυχή των ψηφοφόρων
Ελαύνεται εις πάθος
Φταίνε οι τόνοι της «Ποιμενικής»
(για ό,τι γράφω—γράψε λάθος
αν λάβει γνώση ο ανακριτής)
Φτηνές εσθήτες, λιλιά λοφία,
χοντρές κυρίες που έχουν γνώμη,
στολές—γαλόνι.
Πρώτες σειρές—
Συγκαταφάσκουσα μπουρζουαζία.
“Αν είχα θάρρος κι ένα μπετόνι…
«Μα τι σας φταίει η κοινωνία ; !»
Τα σπίρτα κρύβω—
πρέπει να στρίβω
με υποπτεύονται για α ν α ρ χ ί α.
Κωνσταντίνος Σοφιανός 1945 (!!!)
Θα φύγω με τα πόδια στις Ινδίες
κι ίσως να πάω ακόμη πιο μακριά,
σ’ όσους ρωτάνε «που πηγαίνεις;» θ’ απαντάω:
«ψάχνω μια κόλαση μα σάρκα και οστά».
«εδώ δεν έχει πια που να πατήσεις»
παντού μερμήγκια, σαύρες και σκορπιοί,
στη θάλασσα παραμονεύουνε κονσέρβες
κι οι τροχονόμοι γίναν δύτες κι ηθοποιοί.
Μετά το ματς γυρνούν όλοι στο σπίτι τους και τρώνε,
Κοιτάζουν στην τηλεόραση τον πόλεμο μακριά,
Οι γλάστρες τους μαραίνονται καθώς αυτοί κοιμώνται,
Μες στο ψυγείο κάθεται ο διάολος και γελά.
Φυτρώσανε στους τάφους ναύλoν άνθη
κι οι αστυνόμοι δέρνουν τον κρατούμενο λυτό,
όλα επιτρέπονται—ακόμη και τα άγχη
μπροστά στο μνήμα του Λευτέρη δάκρυα από μπετόν.
Απ’ ώρα σε ώρα θα συλλάβουνε κι εμένα,
ίσως γιατί θα ξέχασα να βάλω το μπριλκρήμ,
μπροστά στη λάμπα αν με ρωτήσουνε «ποιος είσαι;»
θα πω πως είμαι το πανίσχυρο το Βιμ.
Κι έτσι θα φύγω με τα πόδια στις Ινδίες
κι ίσως να πάω ακόμη πιο μακριά,
σ’ όσους ρωτάνε «που πηγαίνεις;» θ’ απαντάω:
«ψάχνω μια κόλαση με σάρκα και οστά».
Χρήστος Ν. Βαλαβανίδης 1944 (!!!!!!)
ΠΡΕΒΕΖΑ
Θάνατος είναι οι κάργες που χτυπιούνται
στους μαύρους τοίχους και τα κεραμιδιά,
θάνατος οι γυναίκες που αγαπιούνται
καθώς καθαρίζουνε κρεμμύδια.
Θάνατος οι λεροί ασήμαντοι δρόμοι
με τα λαμπρά μεγάλα ονόματα τους,
ο ελαιώνας, γύρω η θάλασσα, κι ακόμη
ο ήλιος θάνατος μες τους θανάτους.
Θάνατος ο αστυνόμος που διπλώνει,
για να ζυγίσει μια «ελλιπή» μερίδα,
θάνατος τα ζουμπούλια στο μπαλκόνι
κι ο δάσκαλος με την εφημερίδα.
Βάσις, Φρουρά, Εξηκονταρχία Πρεβέζης,
Την Κυριακή θ’ ακούσουμε τη μπάντα.
Επήρα ένα βιβλιάριο τραπέζης,
Πρώτη κατάθεσις δραχμαί τριάντα.
Περπατώντας αργά στην προκυμαία,
«υπάρχω» λες κι ύστερα «δεν υπάρχεις!»
φτάνει το πλοίο. Υψωμένη σημαία.
Ίσως έρχεται ο κύριος Νομάρχης.
“Αν τουλάχιστον, μες τους ανθρώπους
αυτούς, ένας επέθαινε από αηδία…
σιωπηλοί, θλιμμένοι, με σεμνούς τρόπους,
θα διασκεδάζαμε όλοι στην κηδεία.
Κώστας Καρυωτάκης
ΒΑΡΚΑΡΟΛΑ
Κυριακή. Σ’ ένα βαπόρι
Στριμωχτήκαν μπουρζουάδες.
Ξεφωνίζει κάθε αγόρι,
Ξεμυξίζουν οι μαμάδες.
Τα σκυλιά δε λογαριάζουν
Ο Σηκουάνας που ‘χει πνίξει,
Δε φοβούνται, διασκεδάζουν
Την ευγενική τους πλήξη.
«Ω, τι ζέστη, θεέ μου, βράζει!»
βεβαιώνουν οι κυρίες
κι επιπόλαιες και γελοίες,
ξεκουμπώνοντας με νάζι
τα χυδαία ντεκολτέ τους
διευκολύνουν τους εμετούς.
Laurent Tailhade σε μετάφραση Καρυωτάκη
Ώρε φιλάρα!
Στο τηλέφωνο δε λέγονται…
Άμα κατέβεις από δω
θα σου δείξω κάτι μεγάλα φτερά που μου φυτρώσανε
θα σου δείξω
πόσο ανάλαφρα πέταγα
πηγαίνοντας στην απαγορευμένη συγκέντρωση
γιατί σφύριζε στο χέρι μου
μια βαριά αλυσίδα
Κατερίνα Γώγου
Ο ΤΡΟΠΟΣ ΜΕ ΤΟΝ ΟΠΟΙΟ ΘΑ ΣΥΜΒΕΙ
ΜΕΣΑ ΣΕ ΜΙΑ ΚΟΝΣΕΡΒΑ ΡΟΔΑΚΙΝΑ
Να πεθάνεις με τις μπότες,
Καθώς γράφεις ποιήματα,
Δεν είναι τόσο ένδοξο,
Όσο να τρέχεις καβάλα σε άλογο
Στους δρόμους του Μπρόντγουευ,
Με έναν δυναμίτη στο στόμα.
Όμως τίποτε από τα δύο δεν προσθέτει
Στο άθροισμα των πλανητών.
Το άλογο ήταν σκούρο,
Το όνομα:
Σάντσεθ ή Καντίνσκι,
Η θερμοκρασία 30 υπό σκιά
Και τα παιδιά επέμεναν να τσιρίζουν:
Γουρούνι, γουρούνι,
Κουραστήκαμε,
Πέτα μας στην κόλαση.
Charles Bukowski.
Τι χάνω εγώ τις μέρες μου
τη μια κοντά στην άλλη,
κι όπως μου ασπρίζουν τα μαλλιά
ξινίζει το κρασί,
αφού μονάχα όταν περνώ
το βλέμμα από το κρουστάλλι,
με νέα ρετσίνα ολόγεμο,
βλέπω τη ζωή χρυσή;
Κ.Καρυωτάκης
Όλα τα ποιήματα αυτής της "άτυπης" ανθολογίας (εκτός από αυτά της Γώγου και του Μπουκόφσκι), περιέχονται στο "Κώστας Καρυωτάκης - Ποιήματα και Πεζά" που επιμελήθηκε ο Γ.Σαββίδης 1η έκδοση 1972 ΕΚΔΟΤΙΚΗ ΕΡΜΗΣ και έπειτα το 1993 από τις εκδόσεις "ΕΣΤΙΑ".
Το μουσικά κομμάτια που ακολουθούν, είναι
1. η μελοποίηση του "Βαρκαρόλα" από τους "Ωχρά Σπειροχαίτη"
2. Η Πρέβεζα του Καρυωτάκη από τον Θανάση Γκαϊφύλλια και μουσική του Γιάννη Γλέζου
Κανείς δεν θα γλιτώσει.
Κι αυτό το μακέλεμα δε θα 'χει
ούτε μισό μισοσβησμένο όχι.
Θα βουλιάζουμε - βουλιάζουμε -
κατακόρυφα με 300 και βάλε
σε συφιλιδικά νερά χωρίς τέλος
με αφορισμούς και χτυπήματα στο κεφάλι
απο διαμαντένιους σταυρούς τραβεστί πατέρων
γλείφοντας
υπογράφοντας
ικετεύοντας
και ουρλιάζοντας ξεφτιλισμένα ΝΑΙ ΝΑΙ ΝΑΙ ΝΑΙ.
Είπα κι εγώ ν αλλάξω ζωή,
ν αρχίσω καινούργιο παιχνίδι.
Το ξερα πριν κρατούσα γυμνή
κι αγνή την καρδιά στο λεπίδι.
Και δεν την είδα την πρώτη ελπίδα,
να γίνει σπέρμα, να σαρκωθεί.
Στο Φανάρι του Διογένη
κάθεται ένας νιος και περιμένει...
Μην το γκρεμίσουν,
κι ας τον νομίσουν φονιά
που χει τόσο ευαίσθητη καρδιά.
Πια δεν γυρνάνε τα χρόνια πίσω, βοριά.
Νιε μου, το φανάρι δεν 'φελά.
Έτσι κι εγώ θα ψάξω να βρω,
βουνίν, φορεσιάν και ντουφέτσι,
με δίχως θυμόν και δίχως μιλιάν,
ταφήν να πληρώσω του κλέφτη.
Των δεσποτάδων, κυβερνητάδων,
χοντροτζεπάδων και δικαστών.
Άλλος μασάει, κι άλλος σωπαίνει.
Κι ο σκυφτός λαός να περιμένει...
Για τα δεσμά μας, δεν φταίει πάντα η σκλαβιά,
μα η υποταγμένη μας καρδιά.
Μ ένα φανάρι ξαναγυρνάς τις νυχτιές,
ψάχνεις για ανυπόταχτες ματιές.
Ανέμισες για μια στιγμή το μπολερό
και το βαθύ πορτοκαλί σου μεσοφόρι
Αύγουστος ήτανε δεν ήτανε θαρρώ
τότε που φεύγανε μπουλούκια οι σταυροφόροι
Παντιέρες πάγαιναν του ανέμου συνοδειά
και ξεκινούσαν οι γαλέρες του θανάτου
στο ρογοβύζι ανατριχιάζαν τα παιδιά
κι ο γέρος έλιαζε, ακαμάτης, τ'αχαμνά του
Του ταύρου ο Πικάσο ρουθούνιζε βαριά
και στα κουβέλια τότε σάπιζε το μέλι
τραβέρσο ανάποδο, πορεία προς το βοριά
τράβα μπροστά, ξοπίσω εμείς και μη σε μέλει
Κάτω απ' τον ήλιο αναγαλιάζαν οι ελιές
και φύτρωναν μικροί σταυροί στα περιβόλια
τις νύχτες στέρφες απομέναν οι αγκαλιές
τότες που σ' έφεραν, κατσίβελε, στη μπόλια
Ατσίγγανε κι αφέντη μου με τι να σε στολίσω;
φέρτε το μαυριτάνικο σκουτί το πορφυρό
στον τοίχο της Καισαριανής μας φέραν από πίσω
κι ίσα ένα αντρίκειο ανάστημα ψηλώσαν το σωρό.
Κοπέλες απ' το Δίστομο, φέρτε νερό και ξύδι
κι απάνω στη φοράδα σου δεμένος σταυρωτά
σύρε για κείνο το στερνό στην Κόρδοβα ταξίδι
μέσα απ' τα διψασμένα της χωράφια τα ανοιχτά
Βάρκα του βάλτου ανάστροφη
φτενή δίχως καρένα
σύνεργα που σκουριάζουνε σε γύφτικη σπηλιά
σμάρι κοράκια να πετάν στην έρημην αρένα
και στο χωριό να ουρλιάζουνε τη νύχτα εφτά σκυλιά.
Ένα από τα κλασσικότερα και πιο γνωστά ελληνόφωνα συγκροτήματα στη δεκαετία του 80. Η πρώτη τους εμφάνιση στη δισκογραφία έγινε το 1983 με διπλή συμμετοχή στο δίσκο "Διατάραξη Κοινής Ησυχίας". Έπειτα από αυτήν τη συμμετοχή η πορεία τους ήταν απότομα ανοδική. Τα μέλη ήταν:Θ. Ηλιακόπουλος, Κ. Αμπραζόπουλος Α. Αμπραζής. Με την ίδια σύνθεση κυκλοφόρησαν και τον πρώτο τους και ομώνυμο δίσκο Γενιά Του Χάους το 1986 με το οποίο δίσκο καθιερώθηκαν στη ελληνική πανκ σκηνή. Έδωσαν πολλές συναυλίες με μεγάλη επιτυχία. Με τον δίσκο αυτό μπήκαν σε περίοπτη θέση στη δισκοθήκη κάθε πανκ σεβόμενου οπαδού. Το 1989 κυκλοφορούν το δεύτερο και τελευταίο δίσκο με τίτλο Ρέκβιεμ. Η επιτυχία ήταν δεδομένη. Το γκρουπ άλλαξε ένα μέλος αλλά πρόσθεσε και ακόμα μια κιθάρα. Η διαφορά ήταν εμφανή από το προηγούμενο δίσκο. Τα μελωδικά φωνητικά του πρώτου δίσκου αντικαταστάθηκαν από τα επιθετικά. Ο ήχος από καθαρός πανκ επηρεάστηκε από την τότε μεταλλική σκηνή χωρίς όμως να μεταβάλει το ύφος. Από το γκρουπ αποχώρησε ο Α. Αμπραζής (μπάσσο) και ήρθε ο Αλέξης Αλιφέρης, καθώς και ο Δημήτρης Παππάς σαν δεύτερη κιθάρα.
1. Ψυχρές Τοξίνες
Eίναι ένα ξυλιασμένο πτώμα με τις φλέβες τρυπημένες
Είναι η ζωή διπλωμένη στα δύο ζητώντας άδικα διέξοδο
Είναι η ζωγραφιά της απελπισίας και από πάνω της τα γκλόπ
Είναι η ανταλλαγή χρημάτων δόσης πίσω από ένδοξα "πηλίκια"
Είναι η κραυγή μας για ζωή στην πύλη του ψυχιατρείου
Είναι μόνο μούχλα στο υπόγειο και ο "εγκληματίας" τοξικομανής
Είναι μάτια ψυχρά χωρίς νόημα καρφωμένα στο άδειο ταβάνι
Είναι η πεταμένη στα σκουπίδια ζωή που άδικα γυρεύει απάντηση
Ήταν ένα ακόμα αποτέλεσμα της άγνοιά σας
Και μια ακόμα αδικοχαμένη ζωή
Ήταν μια ακόμα είδηση για της εφημερίδες σας
Που τόσο γρήγορα θα ξεχαστεί
Ψυχρές Τοξίνες - Μες τα μυαλά σας
Ψυχρές Τοξίνες - Στα όνειρά σας
Ψυχρές Τοξίνες - Για τον θάνατο σας
Ψυχρές Τοξίνες - Δώρο από το κράτος σας
Κάποιος άνθρωπος πεθαίνει μόνος
Οι κραυγές του δεν φθάνουν στα αυτιά σου
Δεν αντέχουν όλοι τον πόνο
Ο πόνος σκοτώνει την λογική, παραλύει τα ένστικτα
Και σα λυτρωτής φθάνει ο θάνατος
Για να στήσει το σκηνικό της φθοράς
Και να ρίξει την αυλαία με μιας
Αδιαφορείς γιατί δεν καταλαβαίνεις
Ρίξε όμως μια ματιά σε εκείνο το υπόγειο
Ο τοίχος γράφει:
ΚΟΥΡΑΣΤΗΚΑ - ΒΑΡΕΘΗΚΑ - ΑΗΔΙΑΣΑ - ΨΥΧΡΕΣ ΤΟΞΙΝΕΣ
2. Ηλίθιοι Αθώοι
Ενώπιον θεού - Γενική ισότητα
Λευκός θεός - Λευκή ισότητα
Κάνε στον τυφλό - Περιγραφή χρωμάτων
Ανοιχτό κλουβί - Στο νεκρό πουλί
Τράπεζα αίματος - Από νεκρούς φαντάρους
Τράπεζα σπέρματος - Για παιδικά επαγγέλματα
Το τέλος αυτού του κόσμου
Στα σίγουρα θα στολιστεί
Από πολιτισμένη ατμόσφαιρα
Ρομαντικά δάκρυα πανικού
Και κραυγές ατελείωτου φόβου
Που δεν θα προλάβουν ν' ακουστούν
Απόχρωση παράνοιας - Είναι η ζωή σου
Συμπληρωματική - Η αναπνοή σου
Κόπος χαμένος - Η προσπάθεια σου
Να δώσεις ένα μήνυμα - Να δώσεις μια ελπίδα
Ποτέ τους δεν πρόκειται να σε καταλάβουν
Την ίδια την ζωή τους δεν θα αναλάβουν
Μην γίνεσαι κομμάτια κανείς δεν το αξίζει
Αστους να σαπίσουν, στα σκατά να ζήσουν
Πρέπει όμως να ξέρεις ο θάνατος είναι κοντά
Και όταν εκείνος έρθει
Εσύ θα γελάς
3. Λύτρωση
Μιας ζωής ανέχεια σφηνωμένη ανελέητα γλυκά
Και οι κατάρες να σέρνονται μαζί, γύρω επίμονα
Για πάντα, για πάντα η γνώση να υπάρχει
Δεν θα 'ρθει η ξεκούραση για τους καταραμένους
Κάτεργο η συνείδηση βάσανο η ελπίδα
Προοπτική θανάτου πανέμορφη σα λύτρωση
Να ουρλιάζει μέσα ο λύκος να λέει "άντε τέλειωνε"
Φθορά της σάρκας τεχνητή τίποτα να μη μείνει
Πόλεμος από μέσα, αντέχω αναμονή
Του ύπνου που αφήνω για την άλλη ζωή
Της απόλαυσης της σάρκας για την άλλη ζωή
Την ηρεμία περιμένετε στην άλλη ζωή
Της μέθης που χει η άγνοια στην άλλη ζωή
Δεν έρχεται ξεκούραση για τους καταραμένους
Πόλεμος πόλεμος σε όλα τα μέτωπα
Στο στόμα μας η γλύκα που νιώθεις σαν σκοτώνεις
Κυνηγώντας με χαρά μπας και σκοτωθείς
4. Προκατακλυσμιαίες Εικόνες
Όταν βλέπεις πως άρχισαν και τα χρώματα
Αρνούνται να γεννήσουν των παιδιών σου την τροφή
Όταν το χέρι σου μακραίνει ανεξέλεγκτα
Κι ακόμα και των ποταμών αλλάζει την ροή
Όταν ακόμα και οι θεοί που έχεις πλάσει
Τους έπλασες στα μέτρα που τους ήθελες εσύ
Την οργή τους την συγκρίνουν με τα λάθη που χεις κάνει
Και αρχίζουν να την βρίσκουν απαράδεκτα μικρή...
Κοίτα που οι χαράδρες με τεράστιους τάφους μοιάζουν
Και τα νερά σαν να γιναν για όμοιο σκοπό
Αρχίζεις να νομίζεις πως το νερό που υπάρχει
Να κινηθεί προσμένει ένα κατακλυσμό
Παράσιτα ανίκανα που για να επιβιώσουν
Ανέπτυξαν μες το μυαλό τους την διαστροφή
Κυριάρχησαν και μάθαν με τη δύναμη που έχουν
Υποταγή να προκαλούν και γίνανε θεοί
Απλώσανε τη βρώμα τους τόσο πολύ τριγύρω
Δεν τους αντέχει πάνω της άλλο αυτή η γή
Ότι υπάρχει γύρω με τον τρόπο που υπάρχει
Είναι μια εικόνα πριν τον κατακλυσμό
Χέρι ανθρώπου η θείο είναι ακριβώς το ίδιο
Όταν το τέλος θα ναι ολοκληρωτικό
Αφού ο ίδιος ο άνθρωπος πληγή του εαυτού του
Την πιο τρελή παράνοια την λέει λογική
Βρίσκει τρόπους να σκοτώνει τα παιδιά του
Και μόνο καταστρέφοντας κρατιέται στη ζωή
Θεός είναι του σύμπαντος αυτό ακριβώς πιστεύει
Μα να που απ' τα χέρια του ξέφυγε ο έλεγχος
κι αλλόφρονας ανίκανος σκοτώνοντας προσμένει
Την λύτρωση που φέρνει η ολική καταστροφή
Των μυαλών μας η αρρώστια μαζεμένη σε μια βόμβα
Που ίσως να μην προλάβει να ενεργοποιηθεί
Παρά μόνο σαν μια εσχάτη λύση αυτοκτονίας
Όταν η γη πια στείρα θα μας εκδικηθεί
Ας συνεχίσουμε λοιπόν το έργο του θανάτου
Με την αισχρή απάθεια και δίχως ενοχή
Πρέπει να επισπεύσουμε την αποσύνθεση μας
Η παρακμή κρατάει πολύ και είναι βαρετή
Τουλάχιστον το τέλος μας θα είναι έργο δικό μας
Και η ηλιθιότητα μας παροιμιακή γιατί...
Ότι υπάρχει γύρω με τον τρόπο που υπάρχει
Είναι μια εικόνα πριν την καταστροφή
Χέρι ανθρώπου η θείο είναι ακριβώς το ίδιο
Εικόνα τέλεια βιβλική από ένα απλό κουμπί
5. Στίγμα
Θαύμασε το λουλούδι πριν να μαραθεί
Θαύμασε το δάκρυ πριν στεγνώσει
Θαύμασε τη μέρα πριν νυχτώσει
Αγάπησε την ομορφιά πριν σε προδώσει
Γιατί αυτό που θαυμάζεις σήμερα
Να ξέρεις πως δεν διαρκεί για πάντα
Είναι ήχος που σπάει τη σιωπή
Είναι φως που διαπερνά τη σκοτεινιά
Γιατρειά ανίατης αρρώστιας
Ελπίδα για μικρά παιδιά
Κι όσο καλό κι αν σου φαίνεται πως είναι
Τόσο εύκολα μπορεί να σκοτώσει
Αυτό το κάτι άλλοι το λένε ομορφιά
Κι άλλοι το λένε θάνατο
6. Καμιά Ελπίδα
Ανθρώπινες υπάρξεις - με ψόφιες αναμνήσεις
Σάπια τα μυαλά τους - δεν υπάρχει μέλλον
Ύπουλη παγίδα - όλη η κοινωνία
Ανθρώπινο δικαίωμα - δεν στο αναγνωρίζουν
Χάος - καμία ελπίδα
Να πάψουν όλοι να ζητούν πνευματική ηγεσία
Όνειρα του μέλλοντος - θανάσιμος ο φόβος
Συνείδηση νεκρή - η ζωή σου βαρετή
Καταπίεση για πάντα - διαρροή του ηθικού
Άγχος επιβίωσης - θάνατος προορισμός
Χάος - καμία ελπίδα
Γιατί καμιά ελπίδα πια δεν έμεινε για μας
7. Πόσο Μακριά;
Ολοκληρωτικό καθεστώς - καταπίεση και φασισμός
Πολιτικά καθάρματα – με συμβούλους κομπιούτερς
Στυγνή χακί λοβοτομή - έντονη του θανάτου η οσμή
Πρωτόγονος βασανισμός - για τον επαναστάτη
Εκδήλωση συναισθήματος - εσχάτη προδοσία
Ευνουχισμός για την ψυχή - ποιος θα θελε να ζει
Μπορώ να φανταστώ την κοινωνία του αύριο
Όπου οι άνθρωποι θα πεθαίνουν πριν ακόμα γεννηθούν
Το κάθε σου χαμόγελο θα γίνετε μακάβριο
Μπορώ να σε δω στη φασιστοκοινωνία του αύριο
Σημερινή κατάσταση - μελλοντικός προκαθορισμός
Τρομοκρατία κυβερνητική - ποικιλόμορφη καταστολή
Κομματική προσωπολατρία - και ιδεολογία εφησυχαστική
Σχολικά νεκροτομεία - και τεχνολογία αρπακτική
Καλύτερα να 'ρθεί - η ολική καταστροφή
Την κοινωνία του αύριο - κανείς να μην την δεί
5. Μαύρο Το Χρώμα Της Στέρησης
Πλαστικά σκουπίδια, πίσω από γυαλισμένες βιτρίνες
Βαμμένα πρόσωπα για να δείχνουν όμορφα
Αίμα από χαμόγελα καθημερινής υποκρισίας
Σκιές στο μυαλό σου τα αναπάντεχα ερωτηματικά
Τρέξιμο και βιασύνη που δεν μπορείς να καταλάβεις
Μια κούρσα ενάντια στο χρόνο χωρίς κανένα νικητή
Δε θα μεγαλώσει το λουλούδι
Αν με αίμα το ποτίσεις
Δε θα διακρίνεις καθαρά το πρόσωπο σου
Μέσα από θρυμματισμένο καθρέφτη
Όταν το μικρό παιδί ζητήσει αγάπη
Άστο να πνιγεί στα ικετευτικά του δάκρυα
Άμα ο ετοιμοθάνατος ζητήσει ελπίδα
Χάρισε του ένα περίστροφο
Ίσως να μην είναι μόνο ο μπάτσος ο εχθρός
Ίσως όχι η εξουσία η ανεργία τα σχολεία ο στρατός
Ίσως ο μεγαλύτερός σου εχθρός
Να 'ναι η φριχτή ασημαντότητα που χαρακώνει τη ψυχή σου
Να 'ναι η φριχτή ασημαντότητα στην αποξένωση της μεγαλούπολης
Έτσι κι αλλιώς όσο και να προσπαθήσεις
Ένας τυφλός δεν θα μπορέσει ποτέ να ζήσει χαρούμενος
Θα πονέσεις μα θα το δεχτείς
Λόγω υγιεινής επιβίωσης