Δευτέρα 19 Ιανουαρίου 2015

Οι γενναίοι - Μίλτος Σαχτούρης


στη Γιάννα

Είναι γενναίοι, όμως κλαίνε
πιστεύουνε σαν τα μικρά παιδιά

φορούν κουρέλια
ακριβά κοστούμια

ζούνε μέσα σε κήπους ή επαύλεις
ή μέσα σ’ ένα δωμάτιο σκοτεινό

άλλοι μέσα σε δρόμους τρόμους τριγυρίζουν
άλλοι σε σύρματα πάνω κρεμασμένοι ανεμίζουν

άλλοι κλεισμένοι μες στις φυλακές

όλοι πασκίζουνε ιδρώνουν
χάνουνε, πετυχαίνουν ή
νομίζουν ότι χάνουνε ή
νομίζουν ότι πετυχαίνουν

πάντοτε ο δαίμονας τούς παραστέκει
σηκώνει την κάννη, το τουφέκι του

στο κέντρο της καρδιάς
τους σημαδεύει.


Από την ποιητική συλλογή "Εκτοπλάσματα" 1986

Κυριακή 18 Ιανουαρίου 2015

Η Παρουσία - Μίλτος Σαχτούρης

στον Χρήστο Μπράβο
το ποίημα
κάθεσαι και το ξενυχτάς
σαν τον νεκρό
Στις δώδεκα και μισή
τη νύχτα
την ίδια ώρα και συγχρόνως
φάνηκε στον μεγάλο καθρέφτη και στο παράθυρό μου
ο Ντύλαν Τόμας μ' ένα αναμμένο κόκκινο κερί στο στόμα

νεκρός βέβαια
κι άγιος
και τρελός
όπως τό έχω ξαναπεί

— Έλα αδερφέ, μου λέει, μαζί μου
σάπισες εδώ πέρα
έλα στα βορινά φαράγγια της πατρίδας μου
εδώ ζεις σ' ένα σάπιο τόπο που σε κοροϊδεύουν
εκεί χαιρετάνε τους τρελούς και οι παπάδες
κι η πάπια δε γεννάει πια πάγο
γεννάει κόκκινο αυγό

Αυτά τα λίγα μου είπε ο μεγάλος ποιητής
όχι πια στον καθρέφτη και στο παράθυρό μου
αλλά μέσα από τα ψηλά χορτάρια του θανάτου του
μισός από τη μέση κι απάνω στο φως, έξω από το χορτάρι
μισός από τη μέση και κάτω στο σκοτάδι
κάτω από το φως.
15 Αυγούστου '81
της Παναγίας


Από την ποιητική συλλογή "Εκτοπλάσματα" 1986

Κυριακή 19 Οκτωβρίου 2014

Ξημέρωμα της άλλης μέρας 4 και 10' - Κατερίνα Γώγου


Δεν κοιμάμαι. Στερητικά. Βαριά. «Ψυχολογική χαρμάνα».
Η μητέρα μου, δε σας το’πα, είναι η Παναγία.
Κάνει πως κοιμάται…
Σέρνομαι στο μπάνιο. Γι’ αυτήν. Μόνο γι’ αυτήν.
Κάθομαι κάτω απ’ το παγωμένο νερό.
Το στόμα μου έχει στραβώσει. Κοιτάω στον καθρέφτη.
Δε βλέπω.
Έχασα και την όραση.

Αυτό το ταξίδι ξέρω. Να πεθαίνω
Και ν’ ανασταίνομαι.

Συμβουλές να πάω σε πνευματικό. «Είμαι δαιμονισμένη»!
Μεσαίωνας. Είμαι γι’ αυτούς
Που κάνανε τσάρκα τουριστική στο Σινά
Και στ’ Άγιον Όρος
Είμαι μάγισσα. Αχ, θεούλη μου
Ας με κάψουνε πρώτη.

Αλήθεια, γιατί δε γερνάω;
Η αιωνία νεότης! Το πορτραίτο του Ντόριαν Γκρέυ.

Τα κόκκαλά μου;
Σαν να πλακώσανε όλοι οι ζητάδες Αθηνών και προαστίων.



"Με λένε οδύσσεια", 2002 

Κυριακή 2 Μαρτίου 2014

Μεθύστε - Charles Baudelaire




Πρέπει νά ῾σαι πάντα μεθυσμένος.
Ἐκεῖ εἶναι ὅλη ἡ ἱστορία: εἶναι τὸ μοναδικὸ πρόβλημα.
Γιὰ νὰ μὴ νιώθετε τὸ φριχτὸ φορτίο τοῦ Χρόνου
ποὺ σπάζει τοὺς ὤμους σας καὶ σᾶς γέρνει στὴ γῆ,
πρέπει νὰ μεθᾶτε ἀδιάκοπα. Ἀλλὰ μὲ τί;
Μὲ κρασί, μὲ ποίηση ἢ μὲ ἀρετή, ὅπως σᾶς ἀρέσει.
Ἀλλὰ μεθύστε.
Καὶ ἂν μερικὲς φορές, στὰ σκαλιὰ ἑνὸς παλατιοῦ,
στὸ πράσινο χορτάρι ἑνὸς χαντακιοῦ,
μέσα στὴ σκυθρωπὴ μοναξιὰ τῆς κάμαράς σας,
ξυπνᾶτε, μὲ τὸ μεθύσι κιόλα ἐλαττωμένο ἢ χαμένο,
ρωτῆστε τὸν ἀέρα, τὸ κύμα, τὸ ἄστρο, τὸ πουλί, τὸ ρολόι,
τὸ κάθε τι ποὺ φεύγει, τὸ κάθε τι ποὺ βογκᾶ,
τὸ κάθε τι ποὺ κυλᾶ, τὸ κάθε τι ποὺ τραγουδᾶ,
ρωτῆστε τί ὥρα εἶναι,
καὶ ὁ ἀέρας, τὸ κύμα, τὸ ἄστρο, τὸ πουλί, τὸ ρολόι,
θὰ σᾶς ἀπαντήσουν:
-Εἶναι ἡ ὥρα νὰ μεθύσετε!
Γιὰ νὰ μὴν εἴσαστε οἱ βασανισμένοι σκλάβοι τοῦ Χρόνου,
μεθύστε, μεθύστε χωρὶς διακοπή!
Μὲ κρασί, μὲ ποίηση ἢ μὲ ἀρετή, ὅπως σᾶς ἀρέσει.

Τρίτη 22 Οκτωβρίου 2013

Μικρή μαρτυρία για τον ποιητή Τάσο Λειβαδίτη, (απόσπασμα)...του Μανόλη Πρατικάκη



Θα περιγράψω ένα περιστατικό σχετικά με δημοσίευση ποιημάτων του Λειβαδίτη σε περιοδικό, γιατί νομίζω ότι έχει ένα γενικότερο ενδιαφέρον, καθώς εμπλέκονται σ’ αυτό και άλλοι σημαντικοί ποιητές. Το 1988ήταν τα δεκάχρονα του περιοδικού «Το Δέντρο» και στο πανηγυρικό τεύχος ο Μαυρουδής και ο Γουδέλης θέλησαν να τιμήσουν τον Λειβαδίτη, με πρωτοσέλιδα ανέκδοτα ποιήματά του.

Ο Μαυρουδής γνώριζε την φιλία μου με τον Λειβαδίτη και με παρακάλεσε να μεσολαβήσω για τη συγκατάθεσή του και να έρθουν τα πρωτότυπα κείμενα στα χέρια τους. Πράγματι τηλεφώνησα στον Λειβαδίτη, του εξήγησα την πρόθεση του περιοδικού και εκείνος συμφώνησε. Συναντηθήκαμε στο σπίτι του και μου έδωσε τα ποιήματα, τα οποία και έδωσα στο «Δέντρο». Το περιοδικό όμως είχε ζητήσει συνεργασία, για το ίδιο, πανηγυρικό τεύχος και από τους Ρίτσο, Καρούζο, Βρεττάκο, κ.λ.π. Προσωπικά αγνοούσα τα ονόματα των άλλων συνεργατών πλην του Λειβαδίτη. Δέκα μέρες, περίπου, αργότερα με παίρνει τηλέφωνο ο Λειβαδίτης. Άρχισε διστακτικά να μου λέει ότι δεν ήταν απαραίτητο να μπουν «πρώτα» τα ποιήματά του, και κάτι τέτοια. Του απάντησα ότι η επιλογή ήταν πηγαία, ότι «ήταν μια επιλογή εκτίμησης και αγάπης σ’ εσένα και το έργο σου» κ.λ.π. «Καλά παιδί μου», απάντησε, όπως συνήθιζε με τους φίλους του. Την επόμενη άλλο τηλεφώνημα, γύρω από το ίδιο θέμα με αυξανόμενη αγωνία. Παρά τις εξηγήσεις μου, που προς το παρόν τον έπειθαν, επανερχόταν εναγωνίως. Όταν τον ρώτησα αν υπάρχει κάποιος σοβαρός λόγος, απάντησε αρνητικά.

Όμως όπως έμαθα αργότερα, υπήρχε. Στο μεταξύ ο Νίκος Καρούζος, αυτός ο σπουδαίος ποιητής, φίλος επίσης, και με πιο συχνές συναντήσεις, είχε μάθει τη μεσολάβησή μου για τα ποιήματα του Λειβαδίτη στο «Δέντρο». Με παίρνει, λοιπόν, έξαλλος, σ’ ένα μεταμεσονύχτιο τηλεφώνημα, βρίζοντας τους υπεύθυνους του περιοδικού και αφήνοντας αρκετές αιχμές για τη δική μου μεσολάβηση. «Τον Φίλο σου τον Λειβαδίτη», όπως έλεγε συχνά με κάποια ζηλόφθονη σκοπιμότητα. Πάνω από μισή ώρα φώναζε με ένα βάναυσο επίμονο, δαιμονικό αλλά συγκρατημένο λόγο: «κανείς ζωντανός δεν μπορεί να προηγηθεί από μένα, να το πεις στους φίλους σου, στον άθλιο Μαυρουδή και τον τρισάθλιο Γουδέλη, ας μην τολμήσουν...σαράντα χρόνια τώρα μου χρωστάει η Ελλάδα...κανένας ζωντανός», επαναλάμβανε για πολλοστή φορά ως συνήθιζε, «μόνο οι νεκροί μπορούν να προηγηθούν, μόνο οι νεκροί», κ.ο.κ.

Προσπάθησα μάταια να τον καθησυχάσω. Επαναλάμβανε σαν από μαγνητόφωνο τις ίδιες ακριβώς φράσεις, σαν μια οργισμένη μηχανή που ήξερε να χρησιμοποιεί μόνο αυτές τις λέξεις, με αυτήν την αλληλουχία, με την ίδια αδιάλειπτη οξύτητα και οργή. Συμφωνήσαμε να συναντηθούμε την επομένη. «Αλλά οι άθλιοι ας μην τολμήσουν» ήταν η επωδός.

Όταν έκλεισε ήρθε μπροστά μου η ήρεμη, καλοσυνάτη μορφή του Λειβαδίτη, ο διακριτικός, γεμάτος δισταγμούς λόγος του, που «απαιτούσε» ακριβώς το αντίθετο από εκείνο που απαιτούσε ο μαινόμενος Καρούζος. Τι διαφορά! Έβλεπα μπροστά μου δυο ειδών παραλογισμούς, που μόνο από καλλιτέχνες μπορούσαν να εκφραστούν.

Όταν αργότερα βρέθηκα στο σπίτι του Λειβαδίτη, σε μια στιγμή που εκείνος έλειπε, η γυναίκα του η Μαρία, πολύ εμπιστευτικά μου αποκάλυψε ότι ο Τάσος δεν θέλει να είναι πρωτοσέλιδο «γιατί θα στεναχωρηθεί και θα θυμώσει ο Γιαννάκης», δηλ. ο Ρίτσος, μου είπε χαμηλόφωνα. Και πρόσθεσε, σχεδόν φοβισμένη: «Έχει κάνει και τρεις μήνες να του πει καλημέρα, σε κάποιες ανάλογες περιπτώσεις. Πρέπει όλα να περνούν από την έγκρισή του. Ο Τάσος τον σέβεται, τον θεωρεί δάσκαλό του, αν κι εκείνος δεν παύει ποτέ να μας το υπενθυμίζει, αλλά και τον φοβάται. Συχνά για τέτοια, τον κρατά σε καραντίνα, πράγμα που ο γλυκός μου ο Τάσος, δεν μπορεί να αντέξει. Εσύ ξέρεις πόσο καλός και πόσο εύθραυστος είναι. Ο Ρίτσος έμαθε για το πρωτοσέλιδο του «Δέντρου» και ήδη μας έκανε αρκετούς υπαινιγμούς, ξέρει εκείνος τον τρόπο», πρόσθεσε. Ήταν η Τρίτη κατά σειρά έκπληξή μου.

Όταν την επομένη μου τηλεφώνησε ο Λειβαδίτης, για το γνωστό θέμα, του είπα, σχεδόν, οργισμένος. «Ε, ως εδώ, Τάσο. Τα ποιήματά σου θα μπουν πρωτοσέλιδο. Οι τιμές και τα πρωτοσέλιδα του Ρίτσου δεν μετριούνται. Δεν έχεις δικαίωμα να αποποιηθείς μια τιμή που σου κάνει ένα περιοδικό. Μη με ξαναπάρεις γι’ αυτό το θέμα, τέρμα και τελεία. Ο Ρίτσος έχει μπουχτίσει, αλλά παραμένει άπληστος. Ως εδώ». Φαίνεται ότι η οργή μου τον ανακούφισε. Καταλάβαινε επίσης πως είχα αντιληφθεί την πηγή της αγωνίας του. Και ότι με είχε εξοργίσει η αιτία αυτής της αγωνίας, αυτή η καταπιεστική μηχανή, η ρετουσαρισμένη με τόσο τέλεια και ατελείωτη απρέπεια, στο όνομα της φιλίας και της ιδεολογικής ανιδιοτελούς συντροφικότητας – τι κούφιες λέξεις!

Σ’ αυτό το περιστατικό η μοίρα θέλησε να παίξει ένα μακάβριο παιχνίδι. Πριν κυκλοφορήσει το τεύχος του «Δέντρου» με τη συνεργασία αυτών των κορυφαίων ποιητών, ο Λειβαδίτης εισάγεται στο Γενικό Κρατικό Αθηνών, και μετά από δύο εξάωρα χειρουργεία για ανεύρυσμα κοιλιακής αορτής, στα οποία, με παράκληση του ποιητή, ήμουν παρών, πεθαίνει. Ένας τεράστιος, απρόβλεπτος θρόμβος (μοναδικός στα χρονικά της Αγγειοχειρουργικής κλινικής), έφραξε το μόσχευμα και παρά τις απέλπιδες προσπάθειες, κατέληξε. Φαντάζομαι ότι ο Καρούζος θα έμεινε άναυδος. Τώρα πια θα μπορούσαν άνετα να τεθούν σε εφαρμογή οι αφορισμοί του. «Οι νεκροί προηγούνται». Τον είχε προλάβει η πραγματικότητα. Και φυσικά, ούτε ο Ρίτσος θα τολμούσε να απαιτήσει υπακοή από τον νεκρό «μαθητή» και σύντροφο στους αγώνες και την τέχνη. Όταν αργότερα συνάντησα τον Καρούζο στο γνωστό στέκι της πλατείας Μαβίλη, μου επανέλαβε μ’ εκείνη τη βραχνή μεταλλική φωνή του «οι νεκροί όντως προηγούνται...είδες φίλε μου τι παιχνίδι μας έπαιξε η τύχη;». Μόνο που τώρα η φωνή του είχε ένα ράγισμα, ένα θάμπωμα. Εκείνη την στιγμή κατάλαβα ότι αισθάνθηκε τον παραλογισμό του και ότι είχε ίσως την υποψία ότι με την άγρια εμμονή του οδήγησε (σε επίπεδο μεταφυσικής) τα πράγματα, έτσι, που να προηγηθεί ο Λειβαδίτης, αλλά όχι βέβαια ζωντανός.

Στο σπίτι του νεκρού πια Λειβαδίτη είχαμε μαζευτεί πολλοί. Ήταν εκεί και ο Ρίτσος. Έκλαιγε σπαρακτικά, με λυγμούς, απογυμνωμένος. Γέρος όσο ποτέ. Χωρίς κανένα φτιασίδι. Δίχως να σκέφτεται πως θα τον δει χωρίς τις προσωπίδες του ο κόσμος. Αφάνταστα γέρος, εύθραυστος και πελιδνός, αυτός με τις παλιές συντεταγμένες σοσιαλιστικές του βεβαιότητες με το αγέρωχο επιτηδευμένο ύφος που μας δήλωνε πόσο μακριά στεκόταν από ευτέλειες και ματαιοδοξίες. Ήταν καθισμένος εκεί, ένα θλιβερό ανθρώπινο κουρέλι με πραγματικούς λυγμούς και αληθινά δάκρυα. Πρώτη φορά τον έβλεπα αυθεντικό και γνήσιο. Ήταν η κατάρρευση ενός μύθου. Εκμηδενισμένος, ξένος προς το ποιητικό του σώμα. Έκλαιγε για όλους και για όλα που είχαν καταρρεύσει και προ πάντων για τον ίδιο. (Βρισκόμαστε στο 1989 που μόλις είχε καταρρεύσει η Σοβιετική ΄Ενωση, ο Τσαουσέσκου, κ.λ.π.). Έκλαιγε μπροστά στο θάνατο ενός αληθινά Αγγελικού ποιητή.
Που δεν ήξερε τι θα πει μικρότητα.
Αθήνα, Μανόλης Πρατικάκης

Από το τελευταίο τεύχος του εργοταξίου εξαιρετικών αισθημάτων,
Οδός Πανός, Τεύχος 140, Απρίλιος- Ιούνιος 2008 και από το μεγάλο αφιέρωμα στον
Τάσο Λειβαδίτη.



Υ.Γ. Εβίβες στον φίλο ποιητή Γιάννη Ζελιαναίο για όλα τα παραπάνω. 


Τάσος Λειβαδίτης - 2 Ντοκιμαντέρ


Το 2ο επεισόδιο της σειράς «ΠΡΟΣΩΠΩΝ ΤΟΠΟΙ» αποτελεί αφιέρωμα στον ποιητή ΤΑΣΟ ΛΕΙΒΑΔΙΤΗ και το έργο του. Το ντοκιμαντέρ ερευνά τα στάδια της ποιητικής του παραγωγής με έμφαση στην έννοια της εντοπιότητας και την ποιητική βίωση του τόπου της Αθήνας. Ανιχνεύονται επίσης, τα συστατικά στοιχεία, οι ιδεολογικές τοποθετήσεις και οι υπαρξιακές αναζητήσεις στο ποιητικό του έργο, όπως η ανθρωπιά, η μοναξιά, η νοσταλγία και το αίσθημα της ματαίωσης.
Για τον ποιητή μιλούν η καθηγήτρια Πανεπιστημίου ΣΟΝΙΑ ΙΛΙΝΣΚΑΓΙΑ και οι ποιητές ΘΑΝΑΣΗΣ ΚΩΣΤΑΒΑΡΑΣ και ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΑΡΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κατά τη διάρκεια της εκπομπής διαβάζονται αποσπάσματα του έργου του και προβάλλονται πλάνα αρχείου όπου εμφανίζεται να απαγγέλλει ο ίδιος ο Τ. ΛΕΙΒΑΔΙΤΗΣ.

Από το αρχείο της ΕΡΤ






Ντοκιμαντέρ του Τάσου Ψαρρά

Γεννήθηκε στην Αθήνα το βράδυ της Αναστάσεως του 1922. Σπούδασε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, όμως τον κέρδισε η λογοτεχνία και συγκεκριμένα η ποίηση. Ανέπτυξε έντονη πολιτική δραστηριότητα στο χώρο της αριστεράς με συνέπεια να εξοριστεί από το 1947 έως το 1951. Στο Μούδρο, στη Μακρόνησο και μετά στον Αϊ Στράτη κι από κει στις φυλακές Χατζηκώστα στην Αθήνα, απ' όπου αφέθηκε ελεύθερος το 1951. Το «Φυσάει στα σταυροδρόμια του κόσμου» θεωρήθηκε «κήρυγμα ανατρεπτικό» και κατασχέθηκε. Τελικά το δικαστήριο (Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, 10 Φεβρουαρίου 1955) τον απάλλαξε λόγω αμφιβολιών.

Στο ελληνικό κοινό ο Τάσος Λειβαδίτης εμφανίστηκε το 1946, μέσα από τις στήλες του περιοδικού Ελεύθερα Γράμματα (τεύχ. 55,15-11-46) με το ποίημα «Το τραγούδι του Χατζηδημήτρη». Το 1947 συνεργάστηκε στην έκδοση του περιοδικού «Θεμέλιο». Το 1952 εξέδωσε την πρώτη του ποιητική σύνθεση με τίτλο «Μάχη στην άκρη της νύχτας» και εργάστηκε επίσης σαν κριτικός ποίησης στην εφημερίδα Αυγή, από το 1954 - 1980 (με εξαίρεση τα έτη 1967-74 που η εφημερίδα είχε κλείσει λόγω δικτατορίας) και το περιοδικό «Επιθεώρηση Τέχνης» (1962-1966), όπου δημοσίευσε πολιτικά και κριτικά δοκίμια.

Στο διάστημα της Χούντα των Συνταγματαρχών ο ποιητής για βιοποριστικούς λόγους μεταφράζει ή διασκευάζει λογοτεχνικά έργα για λαϊκά περιοδικά ποικίλης ύλης με το ψευδώνυμο Pόκκος. Ο Τάσος Λειβαδίτης πέθανε στην Αθήνα 30 Οκτωβρίου 1988 μετά το θάνατό του εκδόθηκαν χειρόγραφα ανέκδοτα ποιήματά του με τον τίτλο «Χειρόγραφα του Φθινοπώρου».





Πέμπτη 30 Μαΐου 2013

Medusa by Yianneis


Medusa


Ασθμαίνω. Ασθμαίνω.
-Αυτή η ασθένεια μεταδίδεται με το βλέμμα
Ερωτευμένοι εραστές πέθαναν πρώτοι, τι καλά
Πέθαναν πρώτοι.

Πιο μετά πανικός και χαμός και τρόμος για ζωή,
Ποια ζωή? Τι είπες? Ποια ζωή? Μη με κοιτάς.
Δεν σε κοιτώ

Μοιραστήκαν γυαλιά και οδηγίες, γενικές απεργίες
πανικός, ένας χαμός. τρόμος, μη με κοιτάς. Δε σε έχω δει.

Μυωπική αφαιρετικότητα συγχωνεύει τα πράγματα και τις έννοιες για να μη ξεχωρίσεις τίποτα, παρά μουντά, ασύνδετα χρώματα να κατασπαράζει το ένα το άλλο. Και αυτό είναι νόμος.
Ναι είναι νόμος του κράτους

-Ποιος είναι αυτός, ο τρελός, ο κακός, ο ζαλισμένος, ο φτωχός, ασυνείδητος, οκνός, φρικτός, καμπουριασμένος και μόνος ; ΕΝΟΧΟΣ. Εσύ. Εγώ.

-Ασθμαίνω. χαμογελώ. είπαμε. είμαι γελοίος. Χαμογελώ. και ας αδιαφορήσετε. χαμογελώ. και ας μη με ξέρετε, δεν έχετε καν ακούσει για μένα από τρίτους. χαμογελώ. δεν έχετε ακούσει το λυγμό μου που βγαίνει μέσα από το βραχνό λαιμό μου πηχτός, τραβώντας μέσα του πικρό, δηλητηριώδες σάλιο, αίμα και γρέζι. γρέζι από τον τόρνο που κατεργάστηκε την κρύα σιδερένια καρδιά μου. χαμογελώ. έχει ξεχαστεί η ύπαρξη μου, μήπως δεν υπήρξα ποτέ. χαμογελώ. Μα. είμαι κάπου μέσα σας.

ΕΙΜΑΙ ΓΕΛΟΙΟΣ ΝΑΙ. Κυλιέμαι και στο χώμα, ντρέπομαι, κραυγάζω, υποφέρω, σας λέω αλήθεια δε το θέλω (μα και φυσικά το θέλω. Το θέλω όσο τίποτε άλλο στο κόσμο). χαμογελώ με τα σάλια μου να στάζουν στο τρεμάμενο πιγούνι μου. Είμαι ενοχλητικός, πολύ ενοχλητικός. ΓΙΑ ΔΕΣΙΜΟ. Ψιθυρίζω: Δεν είμαι σαν εσάς. εγώ είμαι εγώ. είμαι ελεύθερος....

Προφήτευα μια κοινωνία αγγέλων, είχα ως βήμα ένα καφάσι της λαϊκής.
Γύρω μου συνέρεε κόσμος πολύς και όλοι τους αφήναν το κατιτίς.



Από κείμενα του Βασίλη Κυριακόπουλου
Επιμέλεια κειμένων : Voukefalas
Μουσική : Δημήτρης Σιάμπος, Λάμπρος Φιλίππου


Πέμπτη 9 Μαΐου 2013

Ο φασισμός - Φώντας Λάδης






Ο φασισμός δεν έρχεται απ’ το μέλλον
Καινούργιο τάχα κάτι να μας φέρει
Τι κρύβει μεσ’ τα δόντια του το ξέρω
Καθώς μου δίνει γελαστός το χέρι.

Οι ρίζες του το σύστημα αγκαλιάζουν
Και χάνονται βαθιά στα περασμένα
Οι μάσκες του με τον καιρό αλλάζουν
Μα όχι και το μίσος του για μένα.

Το φασισμός βαθιά κατάλαβέ τον
Δεν θα πεθάνει μόνος, τσάκισέ τον!

Ο φασισμός δεν έρχεται από μέρος
Που λούζεται στον ήλιο και στ’ αγέρι!
Το κουρασμένο βήμα του το ξέρω
Και την περίσσεια νιότη μας την ξέρει.

Μα πάλι θε ν’ απλώσει σαν χολέρα
Πατώντας πάνω στην ανεμελιά σου
και δίπλα σου φτάσει κάποια μέρα
αν χάσεις τα ταξικά γυαλιά σου.



Παρασκευή 5 Απριλίου 2013

Charles Bukowski - Παλιάνθρωπος





«Όποιον και να ρωτήσετε, θα σας πει ότι δεν είμαι και πολύ καλός άνθρωπος. Δεν ξέρω τι σημαίνει αυτή η λέξη. Πάντα συμπαθούσα τους παλιανθρώπους, τους παράνομους και τα ρεμάλια... Δε τα γουστάρω εκείνα τα καλοξυρισμένα αγοράκια, με τη γραβάτα και την καλή δουλειά. Μου αρέσουν οι απελπισμένοι άνθρωποι, οι άνθρωποι με τα σπασμένα δόντια, τα σπασμένα μυαλά και τους σπασμένους τρόπους. Αυτοί με ενδιαφέρουν. Είναι γεμάτοι εκπλήξεις και εκρήξεις. Για μένα οι έκφυλοι έχουν περισσότερο ενδιαφέρον από τους αγίους. Οι αλήτες με ξεκουράζουν, γιατί και ‘γω αλήτης είμαι. Δε γουστάρω τους νόμους, τη θρησκεία, την ηθική και τους κανόνες. Δε γουστάρω να με φορμάρει η κοινωνία στα μέτρα της...»


Charles Bukowski
(από κάποιο βιβλίο του με διηγήματα, σε κάποια σελίδα που ποτέ δε σημείωσα ποια. Το σίγουρο είναι πως έχει μεταφραστεί στα ελληνικά κι αν θέλετε να ανατρέξετε στην πηγή, μπορείτε να προμηθευτείτε όλα του τα βιβλία και να τα διαβάζετε μανιωδώς με σκοπό να πέσετε πάνω σε αυτή την παράγραφο. Κι αν αναρωτιέστε πώς θυμάμαι ακριβώς τα λόγια του, η απάντηση είναι: δεν τα θυμάμαι. Τα είχα σημειώσει σε κάποιο τετράδιο. Τώρα, αν αυτό δεν σας είναι αρκετό, σκοτίστηκα. Εξάλλου, ποιος άλλος θα μπορούσε να έχει πει τα παραπάνω λόγια πέρα από τον Buk?)



Ηλίας Πετρόπουλος - Τσογλάνια, χασικλήδες, κλέφτες, πουτάνες...





 «Αγαπώ τα τσογλάνια και τους χασίκλες, τους κλέφτες, τις πουτάνες, τους ρεμπέτες και τους πούστηδες γιατί μάχονται κάθε μορφή εξουσίας και τους αγαπώ πιο πολύ γιατί τα καταφέρνουν και επιζούν κόντρα στην αστυνομία, κόντρα στον ποινικό νόμο, κόντρα στην απαίσια ηθική των μικροαστών, κόντρα στον φλογερό εαυτό τους».
Από το Ντοκιμαντέρ: Ένας κόσμος υπόγειος





Χρόνης Μίσσιος - το αδέσμευτο κίνημα της νεολαίας


«Όταν το αδέσμευτο κίνημα της νεολαίας επιχειρεί να σπάσει τις φόρμες και να εκφραστεί πιο ελεύθερα, δηλαδή καταργεί την καθιερωμένη στολή κι εμφάνιση  - πολλές φορές θεσμοθετημένη στους χώρους της εξουσίας, της εργασίας και της ιεραρχίας – απελευθερώνει το ανθρώπινο σώμα από την πνιγερή και υποτακτική ακαμψία της γραβάτας και του κουστουμιού, και στη θέση τους επιβάλλει την ελευθερία της στάσης και των κινήσεων του σώματος, προβάλλει το ανθρώπινο σώμα και στις πιο απόκρυφες λεπτομέρειές του μέσα από ένα απλό ασιδέρωτο παντελόνι και πουκάμισο. Στη θέση του τυποποιημένου, καλοξυρισμένου και καλοκουρεμένου προσώπου, επιβάλλει την άναρχη έκφραση της ελεύθερης τριχοφυΐας.

                Η αριστερά, όχι μόνο αρνείται να υιοθετήσει αυτές τις σημαντικές αλλαγές στην έκφραση αλλά, μαζί με το πιο συντηρητικό τμήμα της κοινωνικής αντίδρασης, τις καταδικάζει. Και μόνο όταν το σύστημα τις αποδέχεται, τις απορροφά και τις κάνει μόδα, προχωράει σ’ αυτές και ο πληθυσμός της αριστεράς, με αργά και διστακτικά βήματα.»

Χρόνης Μίσσιος “…καλά, εσύ σκοτώθηκες νωρίς” σελ. 186 – 187



Δευτέρα 25 Μαρτίου 2013

Απ' την αριστερή πλευρά - Carlos De Oliveira (1921-1981)



Από καιρό σε καιρό, η αϋπνία τρέμει με την καθαρότητα
των πραγμάτων ή του κρυστάλλου .
Τότε, απ' τα δυο το ένα:
Οι τεντωμένες χορδές της ανυπόφορης άρπας της σπάνε
ή δε σπάνε.
Στη δεύτερη περίπτωση, ο άνθρωπος που δεν κοιμάται, σκέπτεται:
"Το καλύτερο είναι να γυρίσω από την αριστερή πλευρά και
έτσι, μετατοπίζοντας όλο το βάρος του αίματος στο μισό
το πιο φθαρμένο του σώματός μου, να συντρίψω την καρδιά.


Πέμπτη 24 Ιανουαρίου 2013

lost bodies - Ζαρατούστρα (Νίτσε)



“Μου αρέσουν εκείνοι που δεν ξέρουν να ζουν παρά μόνο για να χαθούν –
Γιατί είναι αυτοί που περνάνε αντίπερα.

Μου αρέσουν οι μεγάλοι καταφρονητές –
Γιατί είναι τα βέλη της επιθυμίας για την απέναντι όχθη.

Μου αρέσει αυτός που σπαταλάει την ψυχή του,
που δεν θέλει να του λένε ευχαριστώ,
που πάντα χαρίζει και δεν θέλει να συντηρηθεί.

Μου αρέσει εκείνος που ντρέπεται όταν τον ευνοούν τα ζάρια
 και που όλο ρωτάει “είμαι ένας χαρτοπαίχτης λοιπόν;” –
 γιατί θέλει να καταστραφεί.

Μου αρέσει εκείνος που η ψυχή του είναι βαθιά ακόμα
και μέσα στην πληγή του και που μπορεί να καταστραφεί
από ένα παραμικρό βίωμα –
Έτσι διασχίζει πρόθυμα το ποτάμι.

Δείτε τους αγαθούς και τους δίκαιους ποιον μισούν περισσότερο.
Αυτόν που συντρίβει τις πλάκες των αξιών τους –
Τον καταστροφέα –
Τον εγκληματία.
Αυτός όμως είναι εκείνος που δημιουργεί.

Σας το λέω –
Πρέπει να έχει κανείς μέσα του το χάος, για να γεννήσει ένα χορευτικό αστέρι.

Η σοφία των δασκάλων και των σοφών της αρετής λέει να αγρυπνάτε
για να κοιμάστε καλά –
Αυτή είναι η σοφία του δίχως όνειρα ύπνου.


Μακάριοι οι νυσταγμένοι γιατί γρήγορα θα τους πάρει ο ύπνος.”



Friedrich Wilhelm Nietzsche


Δευτέρα 21 Ιανουαρίου 2013

Τα αναρχικά του Μάνου Χατζιδάκι




Οι εφημερίδες και οι άμυαλοι κι αμόρφωτοι δημοσιογράφοι της συμπολίτευσης και της αντιπολίτευσης πέτυχαν κάτι που ομολογουμένως δύσκολα θα κατόρθωνε η κάθε κυβέρνηση από μόνη της χωρίς την πολύτιμη βοήθειά τους.

Να δημιουργηθεί έντεχνα η κατάλληλη σύγχυση ώστε ο εξωκομματικός κι ανένταχτος νέος του τόπου μας να συγχέεται σκόπιμα με τους αλήτες –μάγκες που έχουν μόνο στόχο να καταστρέφουν, να θορυβούν και να προβάλλουν βίαια τον άρρωστο εαυτό τους. Και αυτή η σύγχυση ευνοεί:

Την κυβέρνηση –την κάθε κυβέρνηση- που φοβάται αντιδράσεις από μη εντεταγμένους σε κομματικές αγέλες νέους –διότι βέβαια οι νέοι αυτοί δεν είναι δυνατόν να τιθασευτούν από τυχόν συμφωνίες ή επιτευχθέντες συμβιβασμούς επί ανωτάτου επιπέδου.

Ευνοεί τα διάσημα πλέον ΜΕΑ-ΜΑΤ και παρεμφερή που συλλαμβάνουν με μεγαλύτερη ευκολία τον ανύποπτο νέο που διαμαρτύρεται απ’ ό,τι τον ικανό για άμυνα αλήτη που διαφεύγει. Θα σας έχει τύχει να παρευρεθείτε και να διαπιστώσετε με τα ίδια σας τα μάτια με πόση ευκολία αλλά και μίσος δέρνεται απάνθρωπα και κακοποιείται ώσπου να μπει στην κλούβα από τις «δυνάμεις διώξεως τρομοκρατίας» ενώ την ίδια στιγμή αυτός που ρίχνει πέτρες ή σπάζει πέτρες καταστημάτων διαφεύγει επιδέξια και ανενόχλητα. Ύποπτα ανενόχλητα πολλές φορές.

Ευνοεί τη μικρή νοημοσύνη και την εύκολη δουλοπρεπή συμπεριφορά των «αγανακτισμένων πολιτών» απέναντι στις εν στολή δυνάμεις εξουσίας. Γιατί έχουν μάθει οι άμοιροι- χρόνια τώρα- στην επιδεικτική δοκιμασία των οργάνων τάξης ευρισκόμενοι κάτω από το αθεράπευτο σύμπλεγμα του «εμείς οι νόμιμοι». Σχεδόν μόνιμη ασθένεια των υπανάπτυκτων συμπατριωτών μας.

Ευνοεί τέλος, τις κομματικές παρατάξεις, που με τη σκόπιμη αυτή σύγχυση, εκδικούνται όσους νέους δεν δέχονται τον- κομματικής σκοπιμότητας- ευνουχισμό τους. Και είναι ενδεικτικό το πόσο στο θέμα των αναρχικών συμφωνούν απόλυτα ΚΝΙτες, ΟΝΝΕΔίτες και νεολαίοι του ΠΑΣΟΚ. Γιατί και οι τρεις αυτές «νεολαίες» -κατ’ όνομα μόνον- έχουν ένα κοινό μυστικό που τις ενώνει: τον οριστικό ευνουχισμό τους.

Να λοιπόν πώς κατασκευάζεται από τον «λαό» για το «λαό» η εικόνα του αναρχικού, που στην πραγματικότητα δεν είναι άλλη από την εικόνα του ασυμβίβαστου και ζωντανού σύγχρονου νέου ο οποίος εννοεί να διαφυλάξει το βασικό αγαθό της νεότητα του που είναι η έρευνα , η αναθεώρηση και η υπεράσπιση δικαιωμάτων μειοψηφιών. Και επιπλέον να μην αφήσει τη μεταμόρφωση του από την κυβέρνηση ή τα κόμματα σε καθοδηγούμενο αμνό τυποποιημένων ανησυχιών.

Διότι δεν πρέπει να ξεχνάμε πως στην Ελλάδα ανέκαθεν επιδιώκετο ο ευνουχισμός των νέων για να μπορούν οι υπόλοιποι συμβιβασμένοι -«ο λαός»– να κοιμούνται ήσυχα! Παλιά τους λέγανε κομμουνιστές! Μέχρι πριν από λίγα χρόνια σε κοίταγε βαθιά ο ηλίθιος κρατικός εξεταστής κι έβγαζε το συμπέρασμα: Είσαι κομμουνιστής: Που δεν σήμαινε κατ’ ανάγκην ότι είσαι ενταγμένος στο Κομμουνιστικό Κόμμα. Απλώς πως δεν είσαι μαζί μας… άρα επικίνδυνος.

Ακόμη δεν πρέπει να ξεχνάμε πως είμαστε η πατρίς πολλών άθλιων φράσεων- μαζί με τις σοφές των ολίγων σοφών. Ο πως εκείνο το άλλο κλασικά φασιστικό, το διάσημο Πας μη Έλλην βάρβαρος. Σήμερα με την «έναρξη του Σοσιαλισμού» στη χώρα μας βρισκόμαστε στη μόνη αλλαγή που πραγματοποιήθηκε και που αφορά την έννοια νέος Από κομμουνιστής έγινε αναρχικός!
Τουλάχιστον εμείς να μη γινόμαστε θύματα τοιούτων αλλαγών. Η να προσέχουμε τι ακριβώς περιέχουν! Σαν νέοι! Σαν αληθινοί νέοι!
Μάνος Χατζιδάκις, Μάιος 1985, Ο καθρέφτης & το μαχαίρι, Ίκαρος




Δέκα "αναρχικές" πρόζες του Μάνου Χατζιδάκι από τον Σκάι το ’89. 

Την τάξη και την αναξιοπρέπεια; Τις απεχθάνομαι και τις δύο! Επιτέλους, πώς θα απαλλαγούμε από την "προστασία" της αστυνομίας; 
Αποσπάσματα λεγομένων του Μάνου Χατζιδάκι από το «Πέμπτο Πρόγραμμα» στον Σκάι, στα οποία διαφαίνεται η αναρχική σκέψη ενός συνθέτη ο οποίος έζησε και χαρακτηρίστηκε μέχρι σήμερα με την ταμπέλα του "δεξιού".    

 1) Το πέμπτο πρόγραμμα, στον Σκάι 100.4fm για τέταρτη εβδομάδα, Κυριακή 1η Οκτωβρίου, δώδεκα η ώρα μεσημέρι, με τον Σείριο που σχολιάζει εθνικώς, όπως και λίαν κοινωνικώς μετά μουσικής γνησίως λαϊκής ή και συμφωνικής, μηδέποτε όμως ελαφράς ή ελαφρολαϊκής την οποίαν ο Σείριος και οι παρεπιδημούντες εις αυτόν απεχθάνονται λίαν εντόνως. Όπως απεχθάνονται τους οδηγούς ταξί, την πλειοψηφία τους δηλαδή. Τους φανατικούς οπαδούς ομάδων ποδοσφαίρου, όλους, χωρίς εξαίρεση. Τους μυστικούς αστυνόμους που ενεργούν δήθεν για την ασφάλειά μας αλλά βυσσοδομούν πίσω απ' αυτήν...

2) Αλήθεια, αναρωτήθηκε το κράτος κατά πόσο ευνοούν τη δημιουργία ελευθέρων δημοκρατικών πολιτών οι συμπεριφορά της αστυνομίας, του στρατού, πολλών δασκάλων και των δημοσίων υπηρεσιών απέναντι στου νέους;

3) Γιατί έτσι παιδεία είναι και το κατηχητικό σχολείο που παράγει αυνανιζόμενους νέους.. Παιδεία είναι και η βασική εκπαίδευση στους στρατώνες που εκμηδενίζει την αξιοπρέπεια των νέων στο όνομα μίας αμφισβητήσιμης ετοιμότητας για αντιμετώπιση ενός εχθρού που ελλοχεύει σε όλη μας τη ζωή.. κι ίσως δεν εμφανίζεται ποτέ. Αλήθεια λοιπόν, τι εννοούμε σαν λέμε παιδεία και δημοκρατία; Την τάξη και την αναξιοπρέπεια; Τις απεχθάνομαι και τις δύο..  

4) Φροντίστε να μην είστε ανένταχτοι. Η πανέξυπνη ασφάλειά μας τους υποπτεύεται τους ανένταχτους. Φροντίστε να ενταχτείτε σε μια κομματική παράταξη για να μπορέσουν οι ασφαλίτες να κοιμούνται ήσυχοι και να σας παρακολουθούν βάση του ηλεκτρονικού φακελώματος. Γιατί μην είστε αφελείς αν νομίζεται πως με το κάψιμο των φακέλων κάηκε και η βρόμικη παράδοση του φακελώματος που ήδη ανήκει μέσα στου έθνους τις ιερές παραδόσεις... Κομματικοποιηθείτε λοιπόν για να μην κακοποιηθείτε.  

 5) "Ο Χαμένος χρόνος είναι χειρότερος κι από το θάνατο". Την ίδια εποχή, στην Αγγλία. αποφυλακίζεται μετά από 14 χρόνια ο Τζέραλντ Κόλνορ. Ένας νέος ο οποίος είχε καταδικαστεί άδικα για μία βομβιστική επίθεση του IRA σε παμπ του Γκίλντφορτ στην οποία σκοτώθηκαν πέντε άνθρωποι. Δεκατέσσερα χρόνια είχαν το νεαρό Ιρλανδό Τζέραλντ Κόλνορ στη φυλακή για βομβιστικές ενέργειες που τελικά αποδείχτηκε ότι δεν έκανε. Και μια μικρή λεπτομέρεια: Απεκαλύφθη πως κάποιες ομολογίες εκμαιεύθηκαν δια της βίας από την αστυνομία. Επιτέλους, πώς θα απαλλαγούμε από την "προστασία" της αστυνομίας; Από πού κινδυνεύει η ελευθερία μας για να μας προστατεύει η διεστραμμένη αυτή υπόθεση που λέγεται παντού "αστυνομία"; Αν ήμουν εγώ ο Τζέραλντ Κόλνορ θα έβαζα φωτιά σ' ολόκληρη την Αγγλία. Εδώ απλώς κάνω μία εκπομπή και βάζω την κατάλληλη μουσική...    

6) "Μεθύσαμε από δόξα που μόνοι μας χαρίσαμε στους εαυτούς μας" Γιατί είπε το "όχι" ο Μεταξάς αφού θαύμαζε τον άξονα και κυβερνούσε με τον τρόπο του χιτλερικού εθνικοσοσιαλισμού; Αυτά είναι λίγο πολύ γνωστά... οι πιέσεις, οι Άγγλοι, τα ανάκτορα κλπ.. Μπορεί κανείς να ερωτηθεί: Κι αν λέγαμε ναι; Πάλι στα ίδια θα ήμασταν.. Ένα-δύο χρόνια υπό συμμαχικήν επιστασία (μήπως δεν ήμασταν πέντε και δέκα χρόνια κάτω απ' αυτούς;) κι ύστερα μες στη συμμαχία και τέλος στην Ευρωπαϊκή κοινότητα. Άσε και κείνη τη μεταπολεμική ψευδαίσθηση που μας στην καλλιεργούσαν και οι πρώτες μεταπολεμικές κυβερνήσεις μας, ότι ήμασταν οι πρωταγωνιστές του πολέμου, οι περιούσιοι των συμμάχων. Πιστεύαμε στο τέλος σαν τον Καραγκιόζη πως εμείς σκοτώσαμε τον καταραμένον όφιν. Μεθύσαμε από δόξα που μόνοι μας χαρίσαμε στους εαυτούς μας. Για μιαν ακόμη φορά νικήσανε οι "χίτες", οι κουτσαβάκηδες, οι ταγματασφαλίτες, οι βασανιστές οι μέλλοντες Μιχαλόπουλοι και Κουρήδες... Αυτή (ή αυτοί) είναι η 28η Οκτωβρίου...    

 7) "Προτιμώ να πεθάνω παρά ν' ακούσω πως μοιάζω έστω και στο ελάχιστο στον Μάκη ή στον Γιώργο Κουρή" Ανέκαθεν υπήρχε η ωραιότης πλάι στην ασχήμια, η χυδαιότης πλάι στην ευγένεια, η βαρβαρότης πλάι στην ευαισθησία και καθώς φαίνεται ποτέ δεν θα απαλλαγούμε απ' αυτή την έκρυθμη συνύπαρξη γιατί εμείς οι ίδιοι περιέχουμε μέσα μας και μεταφέρουμε στους αιώνες και τα δύο: το θύμα της ιερής εξετάσεως και τον ιεροεξεταστή, τον βασανιζόμενο από την Ε.Σ.Α και τον βασανιστή, τον ''χίτη'' και τον ηθικό ΕΑΜίτη στην κατοχή, τον ρατσιστή και τον καταδιωκόμενο μαύρο.. είμαστε το ίδιο πρόσωπο.. Φυσικά πώς να δεχθεί κανείς κάτι τέτοιο; Προτιμώ να πεθάνω παρά ν' ακούσω πως μοιάζω έστω και στο ελάχιστο στον Μάκη η στον Γιώργο Κουρή... Αυτές τις σοσιαλιστικές βδέλλες του καιρού μας οφείλουμε να τις εξαφανίσουμε αλλά μαζί με αυτούς κι ότι ίχνος περιέχουμε από το κατάπτυστο είδος τους.  

8) Ο συνθέτης σχολιάζει χαρακτηριστικά επιστολή-επίθεση στο όνομά του που δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Ελεύθερη Ώρα». Την επιστολή υπογράφει ο γνωστός εθνικιστής Δημήτριος Δημόπουλος, πολιτευτής της ΕΠΕΝ, πολιτική μήτρα της σημερινής "Χρυσής Αυγής". Ήρθε στο νου μου ένα δημοσίευμα στη βρομερή ακροχουντική φυλλάδα «Ελεύθερη Ώρα». Την επιστολή δημοσίευμα την υπογράφει κάποιος Δημόπουλος Δημήτριος, πολιτευτής της ΕΠΕΝ, πρώτης περιφερείας Αθηνών. Τώρα αν σας παρουσιάζω αυτό το ακροδεξιό υποκείμενο είναι για να γνωρίζετε.. για να μην σας διαφεύγει το γεγονός πως αυτά τα ερπετά υπάρχουν.. ελλοχεύουν και καραδοκούν.. Κι αν ο Καραμανλής δεν έπραττε σοφά να μας εντάξει άμεσα στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα, αυτά τα ανθρωποειδή θα μας αιματοκυλούσαν άνετα για πολλοστή φορά στο όνομα της βρομερής θρησκείας των, στο όνομα της βρομερής πατρίδας των και στο όνομα του βρομερού έθνους έτσι όπως καλλιεργείται μέσα στον άρρωστο και υποανάπτυκτο ψυχισμό του. Και γράφει ο κατ' επίφασην κύριος πολιτευτής της κατ' ανοχή μας παρατάξεως τραμπούκων, της ΕΠΕΝ:   "Κατ'αρχάς θα ήθελα να διευκρινίσω ότι ποτέ δεν θα απευθυνόμουν στον ίδιο τον Χατζιδάκι διότι θεωρώ σαν υποβιβασμό της προσωπικότητος του ατόμου μου να κάνει διάλογο με τέτοια ανθρωποειδή. Το παρών θα ενδιέφερε τον ραδιοσταθμό που φιλοξενεί την εκπομπή του και την πολιτεία η οποία έχει και κάποια ευθύνη των προγραμμάτων όλων των ραδιοσταθμών. Ο Χατζιδάκις για να καταλάβει μία ώρα προγράμματος και να εκπέμπει, πραγματοποιώντας τα βίτσια του, υπολογίζω να ακριβοπληρώνει τον Σκάι." Το ομολογώ ότι δεν τον ακριβοπληρώνω. Με πληρώνει μάλλον..    

 9) Ενδιαφέρον παρουσιάζει και η ραδιοφωνική συνύπαρξη στο στούντιο του Σκάι, του Μάνου Χατζιδάκι με τον Γιώργο Παπανδρέου σε εκπομπή του Μάκη Τριανταφυλλόπουλου με τον συνθέτη να αναφέρεται στον "Αυριανισμό"... Είναι γνωστή η διαμάχη του εκείνη την περίοδο με την εφημερίδα "Αυριανή" και ό,τι εκείνη αντιπροσώπευε.
Μάνος Χατζιδάκις: Ο "Αυριανισμός" είναι ένα φαινόμενο που έχει παρουσιαστεί και στο παρελθόν σε άλλα κράτη με γνωστές επιπτώσεις... Η κολακεία, η χυδαία κολακεία λαϊκών ενστίκτων δεν είναι ένα πρωτοφανέρωτο δείγμα επιτυχούς οπτικής για άλωση της εξουσίας. Είχε γίνει και στην Ιταλία πριν από τον Μουσολίνι και στην Γερμανία πριν από τον Χίτλερ. Αυτό στηλιτεύω..
Γιώργος Παπανδρέου: Δεν το 'χει κάνει όμως άλλο έντυπο της δεξιάς; δεν το 'χει κάνει ο «Ελεύθερος Τύπος» αυτό;
 Μ.Χ.: Δεν ασκεί επιρροή επί κυβερνητικού επιπέδου..
Γ.Π.: Δεν υπήρξε κυβέρνηση ακόμα επί Ελεύθερου Τύπου της Νέας Δημοκρατίας.
Μ.Χ.: Σας δίνω τον λόγο της τιμής μου δημοσίως ότι αν τυχών..
 Γ.Π.: Τις δικές σας προθέσεις δεν τις αμφισβητώ..
Μ.Χ.:... έχει αντίστοιχη επιρροή δε θα είμαι εκείνος που θα σταματήσω να εκφράζομαι εναντίων της. Προς το παρών έχουμε το φαινόμενο «Αυριανή» να παίζει τον ρόλο..  

10) Κλείνουμε με τα προφητικά λόγια του συνθέτη 24 χρόνια πριν..
Φοβάμαι ότι κάθε χώρα έχει τον καιρό της και μετά πουλάει ανάμνηση και ενθύμια. Έτσι και η Ελλάδα, πουλάει και σήμερα ακόμη μπουζούκια και σπασμένα πιάτα και η Ισπανία "φλαμένγος" και αφίσες ταυρομαχιών. Κατά τα άλλα, πολιτικά και πολιτιστικά, τρέχουμε προς τις ευτυχία. Κατά πάσα πιθανότητα οι Ολυμπιακοί Αγώνες θα γίνουν εδώ. Κατά πάσα πιθανότητα τα Ελγίνεια δε θα επιστραφούν. Κατά πάσα πιθανότητα οι βάσεις θα παραμείνουν. Ο Ρασίτ δε θα δοθεί εις τους Αμερικάνους. Κατά πάσα πιθανότητα σύντομα θα έχουμε πολιτική κρίση. Τι άλλο θέλουμε; Γεια σας ως αύριο...

Πηγή: www.lifo.gr

Τρίτη 20 Νοεμβρίου 2012

Η ζωή μας μια φορά μας δίνεται - Χρόνης Μίσσιος




«Χωρίσαμε τη μέρα σε πτώματα στιγμών, σε σκοτωμένες ώρες που τις θάβουμε μέσα μας, μέσα στις σπηλιές του είναι μας, μέσα στις σπηλιές όπου γεννιέται η ελευθερία της επιθυμίας, και τις μπαζώνουμε με όλων των ειδών τα σκατά και τα σκουπίδια που μας πασάρουν σαν «αξίες, σαν ανάγκες», σαν «ηθική», σαν «πολιτισμό». Κάναμε το σώμα μας ένα απέραντο νεκροταφείο δολοφονημένων επιθυμιών και προσδοκιών, αφήνουμε τα πιο σημαντικά, τα πιο ουσιαστικά πράγματα, όπως να παίξουμε και να κουβεντιάσουμε με τα παιδιά και τα ζώα, με τα λουλούδια και τα δέντρα, να παίξουμε και να χαρούμε μεταξύ μας, να κάνουμε έρωτα, ν απολαύσουμε τη φύση, τις ομορφιές του ανθρώπινου χεριού και του πνεύματος, να κατεβούμε τρυφερά μέσα μας, να γνωρίσουμε τον εαυτό μας και τον διπλανό μας»





"Ρε συ, νομίζω πως μια από τις μεγαλύτερες δυσκολίες που αντιμετωπίζει ο επαναστάτης, είναι πώς μέσα στη διαδρομή του δεν θα χάσει την ανθρώπινη ουσία του, πώς θα διαφυλάξει την εσωτερική του πορεία, στην ολοκλήρωσή του ως ανθρώπου, στο πώς δηλαδή αυτός ο μοναχικός δρόμος δεν θα μπει μέσα του, δεν θα τον κατακτήσει, δεν θα τον μετατρέψει από στοχαστικό σε πιστό, από ευαίσθητο ρομαντικό σε γραφειοκράτη, από ανθρωπιστή σε εχθρό του ανθρώπου και της κοινωνίας, από επαναστάτη σε πολιτικό…

Θαρρώ πως μονάχα μια βαθιά και μεγάλη αγάπη για τη ζωή μπορεί να σώσει την ανθρώπινη ουσία σου, γιατί όπως η επανάσταση δεν είναι μια πολιτική πράξη αλλά μια βαθιά κοινωνική παιδεία, μια πολύχρωμη ερωτική επικοινωνία με τους ανθρώπους, τη φύση και τα πράγματα, έτσι κι ο επαναστάτης δεν μπορεί να είναι ένας πολιτικός άνθρωπος, αλλά ένας άνθρωπος ερωτευμένος…"

-Χρόνης Μίσσιος, "Χαμογέλα, ρε, τι σου ζητάνε;"

Σάββατο 10 Νοεμβρίου 2012

Όλοι μαζί σε μιαν επίθεση! - Ν.Καζαντζάκης







"Νάμαστε απροσάρμοστοι, να η μεγάλη αρετή μας. Να μη βολευόμαστε, νάμαστε ανυπόμονοι, σκληροί, γιομάτοι ανησυχία και πίστη, να θέμε το
αδύνατο -σαν τους ερωτευμένους. Να ξέρουμε πως ότι λένε σήμερα δικαιοσύνη είναι οργανωμένη αδικία κι ότι λένε ηθική είναι η βολική,ταπεινή συνεννόηση των άναντρων......
Και να μην το ανεχόμαστε.
Ποιοί θα νικήσουν;Οι πιο σοφοί;Οι πιο πολλοί;Οι πιο ξυπνοί;Οι πιο σήμερα δυνατοί;Θα νικήσουν όσοι πιστεύουν.
Αχ, πότε θα συνεργαστούμε, όλοι μαζί, σε μιαν επίθεση!"

 Ν.Καζαντζάκης                     

πηγή: http://ostria-gr.blogspot.gr/2012/11/blog-post_5513.html

Κυριακή 28 Οκτωβρίου 2012

Τσαρλς Μπουκόβσκι: Μανιφέστο: μια ανακοίνωση σχετικά με τους κριτικούς μας




Η πυροδότηση της κριτικής από την καταγραφή των νόσων της ποιητικής τέχνης έως τις επικριτικές ρήσεις από ορισμένες πανεπιστημιακές ομάδες που συντάσσουν τους κανόνες της ποίησης, και γεννοβολούν, με περίσσιο ύφος και χάρη, τις μαριονέτες που ελέγχουν – όλα αυτά, μαζί με τους υποστηρικτές τους και το σινάφι τους, συνιστούν την πλέον θανάσιμη και ψωροπερήφανη ποιητική έδρα. Δημιουργούν, καταγράφουν, και επιχειρηματολογούν γύρω από την ιστορία των ιδίων, γοητευμένοι από την γενναιοδωρία των αυλικών τους.

Αυτό που οι πανεπιστημιακοί κριτικοί έχασαν απομονώνοντας τους εαυτούς τους μέσα στην ακαδημία το κέρδισαν με το παραπάνω σε στόχευση και κύρος. Σε όσους απόμειναν από μας, τους βρόμικους, τους αργόσχολους μέσα στα μπιλιαρδάδικα και τα σοκάκια, μοιάζει λες και δεν απομένει παρά μια ματαιωμένη και παράφωνη φλυαρία. Προκειμένου να δημιουργηθεί μία δυναμική, πιθανόν ένα μανιφέστο, μια κίνηση… η κυοφορία μιας ιδέας… να είναι απαραίτητα. Είναι δύσκολο για έναν ποιητή να σταθεί ολομόναχος ενάντια στην πανεπιστημιακή κλίκα. Πιθανόν να πρέπει εμείς οι ίδιοι να εφεύρουμε τη δική μας ιστορία και να επιλέξουμε τους δικούς μας θεούς, αν είναι να ακουστεί η δική μας συνεισφορά στην αμερικανική λογοτεχνία, σε κάποιο απώτερο μέλλον. 

Οι λογοτέχνες μας οφείλουν να γνωστοποιήσουν την ύπαρξή τους στην πανεπιστημιακή κοινότητα που εξορκίζει τα πάντα και γράφει προς ιδία κατανάλωση – και ας είμαστε δίκαιοι επ’ αυτού: πολλά απ’ αυτά που εκδίδονται δεν ανήκουν μονάχα στη βρομιά αλλά δεν τα διαβάζει σχεδόν κανένας (κι αυτό δυστυχώς ισχύει τόσο για τους αναγνώστες όσο και για τους λογοτέχνες). Αυτό που μας σώζει είναι η τρομερή μας ανοιχτοσύνη και η πολυφωνία μας. Όμως, αυτή μας η υπεροχή θα πρέπει να είναι εξίσου καλοσχηματισμένη όσο και άμορφη, και να συνοδεύεται από το δικό της δίκτυο κριτικής ενημέρωσης και να εκφράζει επί το πλείστον τις τάσεις, και την πολιτιστική παρεμβολή των λογοτεχνών μας. Κι αυτό όχι ως προϋπόθεση επικύρωσης ή αισθητικού περιορισμού αλλά ως η μετουσίωση ποικίλλων φωνών σε μία πολύ πιο ξεκάθαρη φόρμα. Ο άνεμος ανανέωσης μιας καινούργιας κουλτούρας, ο μαγνητισμός και το νόημα και η ελπίδα, η ακρίβεια των ενεργειών μας – όλα αυτά δεν έχουν ακόμα, υπό οποιαδήποτε έννοια, υλοποιηθεί και δεν έχουν πραγματωθεί. Και έως ότου υλοποιηθούν και πραγματωθούν… πέντε-έξι τύποι, μίζεροι καρεκλοκέντραυροι των πανεπιστημίων, θα παριστάνουν τους ιεροφάντες του ποιητικού μας σύμπαντος.


Τσαρλς Μπουκόβσκι: Μανιφέστο: μια ανακοίνωση σχετικά με τους κριτικούς μας
[Περιοδικό Nomad, τεύχος 5/6, 1960]
Μετάφραση: Γιάννης Λειβαδάς (από το υπό έκδοση έργο, “Τσαρλς Μπουκόβσκι: Κείμενα από σημειωματάρια και αρχεία 1946-1992, β’ τόμος” / Εκδόσεις Ηριδανός]

Πέμπτη 30 Αυγούστου 2012

Jack Kerouac

-Τζακ Κέρουακ-


''Aς πιούμε στην υγειά των τρελών, των απροσάρμοστων, των επαναστατών, των ταραχοποιών.
Σε αυτούς που βλέπουν τα πράγματα διαφορετικά, που δεν τιμούν τους κανόνες, που δεν σέβονται την τάξη…
Μπορεί να τους επαινέσεις, να διαφωνήσεις, να τους τσιτάρεις, να δυσπιστήσεις, να τους δοξάσεις ή να τους κακολογήσεις. Αλλά δεν μπορείς να τους αγνοήσεις. Γιατί αλλάζουν πράγματα. Βρίσκουν, φαντάζονται, βοηθάνε, ερευνούν, φτιάχνουν, εμπνέουν. Σπρώχνουν μπροστά τα πάντα. Ίσως, πρέπει να είναι τρελλοί. Πώς αλλιώς θα κοιτάξουν ένα άδειο καμβά και θα δουν έργο τέχνης; Ή θα καθίσουν στη σιωπή και θ’ ακούσουν τραγούδι που δεν έχει γραφτεί; Εκεί που κάποιοι βλέπουν τρελούς, εμείς βλέπουμε μεγαλοφυΐες. Γιατί οι άνθρωποι που είναι αρκετά τρελοί για να πιστεύουν ο,τι μπορούν ν’ αλλάξουν τον κόσμο, είναι αυτοί που στο τέλος το κάνουν.''




Κυριακή 1 Ιουλίου 2012

Νικόλας Άσιμος - Μόρο


1. Σε τιμούνε όλοι Μόρο
Και σου απονέμουν φόρο
Φόρο για το θάνατό σου
Κουβαλάν το φέρετρό σου
Μόρο!!!
Πρόεδρέ μας Μόρο!!!
Εδοξάστης Μόρο!!!

Για ελευθερία μίλησαν
Τα κρατικά θηρία
Τους επαναστάτες έκραξαν
Προβοκάτορες!!!
Προβοκάτορες!!!
Ύποπτα
Σκοτεινά
Στοιχεία.

Κι η Δημοκρατία πάει
Κι ο Μπερλίνγκουερ στενάζει
Συνταγές στους Πολιντζμάνους
Πως να σώσουνε την τάξη.
Μπρέζνιεφ και Κάρτερ σκύβουν
Στοργικά πάνω στις μάζες
Καταδώστε μας!!!
Καταδώστε μας!!!
Περίφρουρού
Φρούραγε ρε
Το μπέε.

Πως μ' αρέσουν τα κοπάδια
Που τα τρώνε τα χορτάρια
Να μας έχουν στα κλουβιά
Τι καλά, τι καλά
Κι ο Τουρνάς να τραγουδά
Τι χαρά, τι χαρά
Τη γουστάρω τη σκλαβιά.

Το φαγητό μου να 'χω 'γω
Κι έναν καλύτερο μισθό.
Αυτά μου λέει το κόμμα μου
Που συγκρατεί το πώμα μου.

2. Σε θρηνούνε όλοι Μόρο
Όπως κλαίνε κάθε μέρα
Που χιλιάδες σαν και μένα
Τους σαπίζουν στα μπουντρούμια
Τους ψοφάν από την πείνα
Τους στερούνε τον αέρα
Στα εργοστάσια, στις πόλεις
Στα χωριά και στους στρατώνες
Μόρο!!!
Πρόεδρέ μας Μόρο!!!
Εδοξάστης Μόρο!!!

Χίλιους τόσους νόμους ψήφισαν
Για την τρομοκρατία
Ούρλικε και Μπάντερ στα κελιά
Αυτοκτόνησαν!!!
Τους Δολοφόνησαν!!!
Κι εσύ γελάς
Κι εσύ γελάς
Γελοία.

Κι είναι όλα όπως πάντα
Πατριωτική η μπάντα
Δικαστές και εκκλησία
Όλοι ενάντια στη βία.
Απ' τις μπόμπες σας ρε χτήνη
Τίποτα δεν έχει μείνει
Καταδώστε μας!!!
Καταδώστε μας!!!
Του είναι μας
Φοβόσαστε
Την ΕΚΡΗΞΗ.

Διάλογος:
Το σκέφτηκες ποτέ τι θα γινόταν
Αν ο καθένας καταπιεσμένος
Για τον εαυτό του και μόνο γι' αυτόν
Καθάριζε τ' αφεντικό του;
Θα καθάριζε ο αέρας
Δεν θα υπήρχαν Μόροι και Μπερλιγκουέδες

Μα έτσι θα ήταν Χάος!!!
Ποιος θα μας κυβερνούσε!!!

Κανείς.


Σάββατο 30 Ιουνίου 2012

Μαρία Πολυδούρη - Ἀνεπίδοτη ἐπιστολὴ



«Αὐτὸ εἶναι τὸ γράμμα μου
στὸν κόσμο ποὺ ποτὲ δὲν
ἔγραψε σὲ μένα...»

Ἔμιλι Ντίκινσον

Ἀγαπητοὶ φίλοι!
Ἴσως τὸ γράμμα αὐτὸ νὰ μὴν διαβαστεῖ ποτέ, ἀπὸ κανέναν, ἀλλὰ στ᾿ ἀλήθεια δὲ μὲ νοιάζει. Ἴσως μέχρι νὰ φτάσει στὰ χέρια σας νἄχω πειὰ ὁλότελα ξεχαστῆ ἀπ᾿ ὅλους. Ἀλλά, οὔτε δὰ κι᾿ αὐτὸ τὸ τελευταῖο μὲ νοιάζει. Ἐξάλλου, δὲν ἔχω καὶ πολλὰ νὰ σᾶς πῶ, θέλω μόνο νὰ σᾶς θυμίσω ὅτι κάποτε ὑπῆρξα. Κάποτε ὑπῆρξα κι᾿ ἤμουν καὶ ζωὴ καὶ θάνατος μαζί. Καὶ ζωὴ καὶ Χάρος ἤμουν!

Ἔζησα, τὁμολογῶ, μιὰ ζωὴ δηλητηριασμένη, γι᾿ αὐτὸ θαρρῶ ἀποφάσισα νὰ τὴν ἐγκαταλείψω. Ἐκεῖνο ποὺ γιὰ τοὺς ἄλλους ἤτανε ζωή, γιὰ μένα θάνατος ἦταν. Γεννιόμουνα καὶ πέθαινα κάθε μέρα, ὥρα καὶ στιγμή. Ζοῦσα μὲ τὸ θάνατο, ζοῦσα γιὰ νὰ πεθάνω, μὰ τουλάχιστον δὲ ζοῦσα νεκρὴ ὅπως οἱ γύρω μου, τὰ μικρὰ ἀστεῖα ἀνθρωπάκια ποὺ λέγαν πὼς μ᾿ ἀγάπησαν, κι᾿ ἂς μὴν μπόρεσαν ποτέ, κι᾿ ἂς μὴν τόλμησαν ποτὲ νὰ διαβάσουν τὴν ψυχὴ ποὔκρυβε περίσσιο φῶς καὶ σκοτάδι μέσα της. Κατὰ βάθος μὲ φοβόντουσαν καὶ δὲν ἀργοῦσαν νὰ τραποῦν εἰς ἄτακτον φυγήν. Δὲν ἄντεχαν νὰ μὲ κοιτοῦν κατάμματα, μὴν τύχει καὶ τοὺς κλέψω τὴν ψυχή τους.

Ἀγαπήθηκα, ἀγαπήθηκα πολύ, μὰ μπορεῖ ποτὲ κανεὶς νὰ φαντασθῆ ὅτι λυπόμουνα βαθειὰ ὅταν καταλάβαινα ὅτι μ᾿ ἀγαποῦσαν; Ἐγώ, ἴσως νὰ μὴν ἀγάπησα ἀρκετά, ὄχι ὅσο ἔπρεπε. Τὸν ἰδανικό μου ἔρωτα θαρρῶ τὸν ἔζησα στὴ φαντασία μου. Ἡ ψυχή μου καὶ ἡ ἀγάπη γεννήθηκαν τὴν ἴδια μέρα. Αὐτὸ τὸ ἔνιωθα μέσα μου, κι᾿ ὅμως δὲν πίστευα ὅτι θὰ ὑπῆρχε μέρα ποὺ θὰ μοῦ ἀποδείκνυε ὅτι ἀγαποῦσα ἀληθινά. Δὲν εἶνε στ᾿ ἀλήθεια τραγικό, μιὰ μεγάλη εἰρωνεία, νὰ μιλοῦν γιὰ τὴν ἀγάπη ἄνθρωποι ποὺ δὲν τὴν γνωρίζουν καὶ νὰ σιωποῦν ἐντελῶς κεῖνοι ποῦ νοιώθουν τὴν ψυχή τους νὰ πνίγεται στὸ πόνο της;

Πολλοὶ λέγαν ὅτι ζοῦσα μεσ᾿ στὸ κεφάλι μου. Κάτι ἔπρεπε νὰ ποῦν κι᾿ αὐτοί... Πῶς ἄλλως θὰ μὲ κατέτασσαν σὲ συγκεκριμένη κατηγορία ἀνθρώπων; Ἄνθρωποι, ἀνθρωπάκια! Ἡ ζωὴ ἕνα τεράστιο ψέμα ποὺ ἄλλοι τὸ ἀγαπᾶνε κι᾿ ἄλλοι - οἱ λίγοι - προσπαθοῦν νὰ τὸ κάνουν ἀληθινὴ ζωή. Ἐσεῖς, ἀγαπητοὶ ἄγνωστοί μου φίλοι, πῶς ζεῖτε; Ζεῖτε; Μιὰ φάρσα, αὐτὸ ἦταν ἡ δικιά μου ζωή. Κανεὶς δὲν τὴν κατάλαβε. Γεννήθηκα χωρὶς νὰ τὸ θέλω, ἔζησα στὸ περίπου, καὶ σκηνοθέτησα τὸ θάνατό μου. Κι᾿ ὅμως ἀγαποῦσα τὴ ζωή, ἀλλὰ πάντα αὐτὴ μοὔπαιρνε ὅ,τι ἄλλο ἀγαποῦσα. Μοῦ ἔλειπε πάντα μιὰ καρδιὰ ποὺ νὰ πονῆ γιὰ μένα. Κι ἦταν δύσκολο, δύσκολο πολὺ νὰ ζῶ μονάχη μου μέσ᾿ σἕνα κόσμο τόσο παράλογα προσκολλημένο στὰ μικρά της ζωῆς καὶ στὸ τίποτα. Ἤμουνα σὰν παράσιτο, σὰν μαῦρο ξωτικὸ ποὺ ἔχασε τὸ δρόμο κι᾿ ἀντὶ νὰ ταξιδέψει στὸν ὀνειροκόσμο του, ξέπεσε σὲ τούτη δῶ τὴ γῆ. Μάλιστα, κάποια φορά, κάποιος μὲ ρώτησε κρυφὰ ἂν εἶμαι χήρα σὰν φοροῦσα μαῦρα βαρειά. Ἐγέλασα. Ἀλήθεια ἦταν! ἂν μάντεψε τὴν ψυχή μου, καλὰ τὴν ὠνόμασε χήρα...

Εἶνε ποὺ θὰ παρακαλοῦσαν νὰ εἶχαν ζήσει στὴν ἐποχή μου. Ἐγώ, θἄθελα νὰ ζήσω σὲ κάποιαν ἄλλην ἐποχή. Ἔζησα ἀνάμεσα σὲ μιὰ γενειὰ ἡττημένη. Κάποιοι ἀπό μας κάναν τὸν πόνο στίχο, τὴν ὀργὴ τραγούδι, ἀλλὰ κανεὶς δὲν τόλμησε... - οὔτ᾿ ἀπὸ μᾶς οὔτ᾿ ἀπ᾿ τοὺς ἄλλους - δὲν τόλμησε  νὰ ξεφύγει ἀπ᾿ τὸ χαραγμένο μονοπάτι, δὲν τόλμησε νὰ πεῖ ὅ,τι στ᾿ ἀλήθεια σκεφτότανε, δὲν τόλμησε νὰ κάνει ὅ,τι στ᾿ ἀλήθεια ἤθελε νὰ κάνει. Οἱ περισσότεροι ἦταν - εἴμασταν - δειλοὶ ποὺ ᾿ψαχναν ἁπλὰ ναύρουν τὴν αὐτοεπιβεβαίωσή τους. Κάτι νέοι σκυθρωποὶ κι᾿ ἀνάπηροι. Ὀλίγοι γέροι μὲ κακόβουλο ὕφος. Κάτι δεσποινίδες σαλατολόγοι καὶ ὑπερφίαλοι... Ἀπόκληροί της ἀντίληψης... Κι᾿ ὅμως ἀνάμεσα σ᾿ αὐτοὺς ἦταν καὶ ὁ Κ., ὁ μόνος ποὺ θὰ μποροῦσε ποτὲ νὰ μὲ καταλάβει, ἀλλὰ οὔτε καὶ κεῖνος τόλμησε... Μοὖπε μάλιστα, πὼς μὲ λυπόταν γιατί τὸν ἀγαποῦσα... ὅτι ἤμουνα γι᾿ αὐτὸν μιὰ παρηγοριά. Τὄχε ἡ ἐποχή, κανεὶς δὲν ἦταν ὁ ἐαυτός του! Γι᾿ αὐτὸ θαρρῶ καὶ ἔζησα τόσο μόνη, κι᾿ ἂς εἶχα πάντοτε κάποιους νὰ μὲ συντροφεύουν, ἀδέλφια μου σένα πόνο ποὺ δὲ θὰ μποροῦσαν ποτὲ νὰ συλλάβουν. Ἔκαναν τὰ πάντα γιὰ μέ, ἀλλὰ ἡ ἀγάπη τους ἦταν μιὰ θυσία ποὺ ποτὲ δὲν δέχτηκα μὲ εὐμένεια κι᾿ οἱ ἀνησυχίες τους χειροπέδες γιὰ μένα. “Πόσο εἶνε ἀστεία ἡ ζωὴ μὰ καὶ πόσο ἀστειότεροι εἴμαστε μεῖς ποὺ τὴν ἀνεχόμαστε τέτοια”, ἔγραψα, θυμᾶμαι, κάποτε στὸ ἡμερολόγιό μου...

Μά, ἀπὸ τότε ἔχουν πειὰ περάσει χρόνια. Πόσα, δὲν ξεύρω, ἀφοῦ ὁ χρόνος δὲν ἔχει πειὰ γιὰ μὲ καμμία σημασία. Τώρα, εἶμαι κάπου ἀλλοῦ καὶ ζῶ - ἂν τούτη δῶ ἡ κατάσταση θεωρεῖται ζωὴ - μέσ᾿ ἀπ᾿ τὶς ἀναμνήσεις μου. Ξεφυλλίζω τὰ τετράδια τοῦ μυαλοῦ καὶ κυττάζω πίσω. Ὅλα ζητάω τὰ χαμένα, τὶς μικρὲς στιγμές, τὸν ἀγαπημένο... Γυρνῶ τὸ βλέμμα καὶ τὸν κυττάζω πάντα τὸ δρόμο ποὺ ἀφήσαμε. Εἶνε μακρύς, σκοτεινός, γεμάτος δυσκολίες καὶ φρίκη... εἶνε τόσο μακρύς, τόσο δύσκολος... κι᾿ ὅμως - θεὲ συγχώρεσέ με - θὰ τὸν ἔπερνα μὲ τὴν καρδιὰ γεμάτη δάκρυα καὶ μεταμέλεια... Μὲ τὴν καρδιὰ δεμένη μὲ τὰ σίδερα τῆς ἁμαρτίας θὰ ξεκινοῦσα νὰ σ᾿ εὕρω μοναδικὴ κι᾿ ἀξέχαστή μου ἀγάπη... Δὲ θέλω τίποτε ἄλλο, μόνο νὰ φτάσω, νὰ σταθῶ κοντά σου τόσο ποὺ φτάνει γιὰ νὰ ἰδῶ... νὰ ἰδῶ τὸ πρῶτο βλέμμα σου ἐκεῖνο ποὺ μοῦ ᾿ριχνες σὰν ἔφτανα... τὶς μικροῦλες ὅλες ἐκεῖνες ρυτίδες στὸ πρόσωπό σου... νὰ ἰδῶ τὰ χέρια σου ν᾿ ἁπλώνονται σὲ μένανε νὰ μὲ ἀγκαλιάσουν... νὰ ἰδῶ... νὰ νοιώσω τὸ φίλημά σου... Εἶνε τόσο μεγάλος ὁ καϋμὸς καὶ εἴμεθα τόσο μικροὶ ἕνας-ἕνας ἐμεῖς οἱ ἄνθρωποι ποὺ τὸν ἀποτελοῦμεν...

Τὰ λόγια αὐτὰ ἴσως νἀκούγονται σὰν παραλήρημα ἑνὸς ἑτοιμοθανάτου, μά, ἀλοί, δὲν μπορῶ νὰ πεθάνω ἀφοῦ εἶμαι ἀπὸ χρόνια πειὰ νεκρή. Ὅσο ζοῦσα, ὅσο ἔζησα, ἤμουνα παιδί. Ἤμουνα ἕνα παιδὶ ἄμυαλο, μπορῶ νὰ τὸ παραδέχωμαι ἀλλὰ καὶ ποιὸ παιδὶ δὲν εἶνε ἄμυαλο; Ἕνα παιδὶ εἶμαι ἀκόμη... Ἕνα παιδὶ ποὺ γράφει σὲ σᾶς, τοὺς ἄγνωστούς του φίλους, γιὰ νὰ τοὺς πεῖ: νὰ μείνετε πάντα παιδιά, κι᾿ ἂν εἶνε δυνατὸν ἄμυαλα παιδιά. Νὰ ζήσετε τὴ ζωή σας μὲ τρέλλα, νὰ ζήσετε παράλογα, νὰ σκοτώσετε τὴ λογικὴ ποὖνε ὁ φονιὰς τῆς χαρᾶς καὶ τῆς ζωῆς, νὰ τολμήσετε νὰ κάνετε τὰ δύσκολα, τὰ μεγάλα, τὰ σημαντικά, ν᾿ ἀκολουθήσετε τὰ δύσβατα μονοπάτια, ν᾿ ἀφήσετε νὰ θρονιαστεῖ στὴν καρδιά σας γιὰ πάντα ἡ ἄνοιξη καὶ τὸ χαμόγελο στὰ χείλη, ν᾿ ἀγαπήσετε μὲ πάθος καὶ νὰ καεῖτε ἀπ᾿ τὴ φλόγα τῆς ἀγάπης σας, νὰ κάνετε τὸν πόνο, τὴ χαρά, τὴν κάθε σας στιγμὴ τραγούδι, κι᾿ ὅταν ἔρθ᾿ ἡ ὥρα ἡ στερνὴ νὰ πεθάνετε ὄχι ἀπὸ πλῆξι, ἀλλὰ ἀπὸ εἰλικρίνεια ὅπως ὁ φίλος τζίτζικας, ποὺ τόσο ὡραία τὰ ἔλεγε μὰ μεῖς τὰ παίρναμε γιὰ γκρίνια...
Τώρα, καθὼς γράφω τὶς τελευταῖες γραμμές, κυττῶ πίσω καὶ ἀντιλαμβάνομαι πόσο στάθηκα τυχερή: ἔζησα ἐλεύθερη ὅσο καμμιὰ ἄλλη γυναίκα τῆς ἐποχῆς μου, ἔκανα πράγματα ποὺ δὲν ἔκανε καμμιὰ ἄλλη, κι᾿ ἀγαπήθηκα ὅσο λίγες. Καί, δὲν τὸ ξεχνῶ, καθὼς τὸ βλέμμα μου ἔσβηνε, ἐκείνη τὴ μελαγχολικὴ αὐγούλα τ᾿ Ἀπρίλη, δὲν ἤμουν πειὰ μόνη. Νέοι ποὺ μ᾿ ἀγάπησαν ἦρθαν νὰ μ᾿ ἀποχαιρετήσουν καὶ φίλες γκαρδιακὲς στὸ προσκεφάλι μου ἕνα τελευταῖο τραγούδι νὰ μοῦ χαρίσουν...

Αὐτὸ εἶναι τὸ γράμμα μου στὸν κόσμο ποὺ ποτὲ δὲν ἔγραψε σὲ μένα, ὅπως λέει κι᾿ ἡ καλή μου φίλη.
Μὲ ἀγάπη
Μαρίκα Πολυδούρη